Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Η σκυλίσια μπαλάντα

Περπατώντας για να μαλακώσω τις παρυφές του στομαχιού μου
και την ανία/
ένας γέρος σκύλος με είδε κατάματα, καθισμένος στο σκαλοπάτι το πρώτο, μιας πολυκατοικίας παλιάς κι ατημέλητης/
μια κοπέλα που έσπρωχνε ένα παιδικό καρότσι, περνώντας μπροστά του τον είπε Ρεξ/
και σαν να έκρυβε ανία το βλέμμα του σαν την κοίταξε/
Ύστερα στράφηκε ξανά σε μένα και τον είπα Ρεξ/
με ακολούθησε... στο κοντινό σουβλατζίδικο και ζήτησα ένα μεζέ ταπεινό/
άρχισε να τρώει λίγο λαίμαργα/
΄ύστερα στάθηκε μπροστά στο άσυλο ανιάτων που χρόνια είναι φύλακας κι εκεί έμεινε/
καθώς απομακρυνόμουν άκουσα ένα γαύγισμα/
γύρισα και κοιτάζοντας με, μου θύμισε,
αυτό το πανέμορφο, ευχαριστώ/
ευχαριστήριο ήταν το γαύγισμα κι όχι ο νόμος της δράσης και της αντίδρασης/
μετά αναρωτήθηκα αν ξέχασα να λέω κι εγώ ευχαριστώ/
όμως δεν είχε περάσει ώρα που το είπα στον περιπτερά αγοράζοντας τσιγάρα/
και συνέχισα να ευχαριστώ την τύχη, για την ωραία εικόνα ενός σφιχταλιασμένου ζευγαριού που μόλις περνούσε από μπροστά μου/
με τα χέρια στις τσέπες ,πηγαίνοντας για το σπίτι δεν σκεπτόμουνα/
απλά είχα μέσα μου την συναίσθηση του σκύλου,
άρχισα να γελάω από τις αντιδράσεις των άλλων αν θα άρχισα να γαυγίζω/
ή μήπως θα έπρεπε να κλαίω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου