Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Άνοιξε το φεγγάρι στην μέση του ουρανού
γαλαξίας χύνει γάλα και μέλι
καθώς απλώνουμε τα χέρια μας βαριά βελούδα κεντημένα ξέφυγαν,
τοπία ιδρωμένα κάτω από τα μάτια μας
κι οι σκέψεις σαν σαίτες από ουρές πουλιών εξωτικών
Κράτα με λίγο ακόμη σαν να μουν αυτό που δεν ξαναείδες
ή δεν φαντάστηκες,
ίσως βρω τρόπο να γίνω αέρας και νερό
κουράστηκα να είμαι γη και φωτιά...
Ο έρωτας μια υγρή γραμμή επάνω στην καμπύλη του ώμου
ανάλαφρες σκιές κάτω από τα μάτια
απορίες
επιθυμίες
φωτιά
σάλπιγγες κόκκινες αυτοκρατορικές
Ο τρόπος που κινείσαι
που γέρνεις επάνω της
που την διανύεις σαν να ταν χάρτης κοσμογονίας
Ο τρόπος που κρατάς την ένταση, σαν να ήταν μια χορδή ενός θεικού βιολιού,
... μην σπάσει
μην εκραγεί.
Σώμα! Πνεύμα που τριγυρνάς πάνω από τα αόρατα τείχη του κόσμου,
χτισμένοι με πέτρες καθώς είμαστε σε μια τρελή σειρά,
μαθαίνουμε να αντέχουμε
Με αυτήν την μαγική κλωστή του αιμάτινου θρόμβου
στην μέση του δωματίου
να αναστατώνει
να θριαμβεύει τους ανθρώπους
Μια υγρή γραμμή από την ρίζα των μαλλιών ως τα πόδια,
έρωτας είναι,
ήταν,
θα είναι
που θα σαλεύει μέσα μας λαμπρός ένας νέος θαυμαστός κόσμος
Κι όλα τα τείχη αδύνατον θα είναι να κλείσουν την φωνή μας.....
To ανεπαίσθητα τρυφερό χάδι επάνω στο πουκάμισο σου
μαζεύω
το αφήνω να χαθεί μέσα στον χαμένο παράδεισο των πουλιών
Του δίνω δύναμη να μπορέσει να περάσει τα μαύρα ποτάμια
και την χρονοθύελλα
Αυτό που είσαι δεν το γνώρισα ακόμη,
αιθέρας και μοντέρνα δηλητήρια στην όχθη του πόνου
Όμως αυτό το ανεπαίσθητο χάδι είναι σαν βέλος οπλισμένο
στέκεται εκεί σε μια λευκή κοιλάδα στο μυαλό μου
κι εκείνος ο χο...ρός που δεν προβάραμε ακόμη
Τοπία μισόγυμνα, χρωματισμένα χαρμολύπες,
απωθητικές γραμμές στον ορίζοντα
Κι αυτά που μένουν να γίνουν ας γίνουν
Υπάρχουν λεπτά που σημαδεύουν ολόκληρες μέρες
η μνήμη είναι ένα λουλούδι άγριο
φορά ένα λευκό πουκάμισο ιδρωμένο
σημαδεμένο από τις φοβίες και τις αναστολές των καιρών,
όμως σαν πεινασμένο ζώο, ζητά ξανά ένα πλοίο αποκομωμένο από τα υπόλοιπα ,να ταξιδέψει
Σημάδι μικρό, στον βουβό και υγρό ορίζοντα....
Μια καυτή μέρα του Ιούνη έπεσα πάνω στις αντιγραφές που έκανες,
τρυφερές απομιμήσεις ποιητών και πτήσεων,
από όλους που έσερνες δίπλα σου κανείς δεν το καταλάβαινε,
πιωμένες γίνονταν, μετά από ώρα ,σκιές στα τραπέζια,
όμως αυτό που μου μεινε σαν πίκρα στο στόμα
ήταν που με άφησες να το καταλάβω εγώ,
κι εσύ συνεχίζεις την αποφορά των ανακύκλωσης διαρκώς επιταχύνοντας την ανία μου,
συνεχίζεις ακόμη να πιστεύεις πως μπορείς να φέρεις την άνοιξη
στο σκουριασμένο σου δωμάτιο, μα το τέλος πάντα είναι κοντά
Διάχυτος

Ένα χέρι λεπτό σπαρταρά
ένα στόμα κόκκινο σαν την πηγή των ποιητών
ένα άρωμα πικρόγλυκο στον αέρα
Λέξεις που ξεφλούδισαν
αφή που θεράπευσε την αδημονία
οι ιστοί στα σεντόνια που άνθισαν νούφαρα
Γονυκλισίες στους ουρανούς και στις θάλασσες έκαναν,
οι εραστές που κοιμούνται μόνοι μοιάζουν με τους πεσμένους άγγελους
... Κι αυτός ο κόσμος μεγαλειώδης φαίνεται στα μάτια σου,
έτσι να είσαι, να είσαι
διάχυτος...
Αν μιλούσαν μονάχα οι ορμόνες για εμάς
τότε δεν θα χρειαζόταν να σφουγγίζει δυο δάκρυα ο διάβολος
Κάπου θα έβρισκαν κι οι δάσκαλοι αιτίες γιατί οι περισσότερες έχουν θηλυκά ονόματα
Ο κόσμος ,πιό πολύ, απλός είναι
αυτό που δεν χρειάζεται για να τον δείς ,είναι τα προσχήματα
κι αφή επιφανειακή
Τα λουλούδια δεν έχουν φύλα, όμως πάντα μυρίζουν όμορφα
και έχουν λόγο ύπαρξης κάποιες φορές ακόμη περισσότερο από τα ανθρώπινα
Η πρώτη ένδειξη ζωής έρχεται από το νερό
φρικτό να το ανακατεύει κανείς με το αίμα
Άμμος ο χρόνος,
τα πάντα σμίγει και χωρίζει,
αν μπορούσες να κλάψεις, κάντο γι αυτούς
που η μοναδική φορά συναντήθηκαν ήταν όταν έσβηνε ένα αστέρι
κάτω από το ατέλειωτα σιωπηλό κοιμητήριο,
σε διπλανούς τάφους, για πάντα κοιμήθηκαν και δεν συναντήθηκαν ποτέ,
αν είχαν βρεθεί στην ζωή το σκοτεινό σύμπαν δεν θα ταν τόσο άγνωστο και δύσβατο στην μικρή αντίληψη του ανθρώπου...
Πολλοί ήταν αυτοί που ήθελαν το μπλε
να κουρνιάσουν πάνω του σαν μεθυσμένοι κότσυφες
σαν την τρύπια ράχη ενός βουνού ρακένδυτου
σαν την μεταλαβιά ενός αδέσποτου παπά
....
Γύριζαν στα τοπία αδημονούντες
πεταμένη κάπου στο κενό η ασπίδα του Αχιλλέα
κι ο τυφλός ποιητής την ντύθηκε κατάσαρκα
τον ξεκούφαινε ο ήχος της τις νύχτες τις κίτρινες
....
... Μα πολλοί ήταν που ήθελαν το μπλε
.....
Και πως να φανεί η απλότητα κι η γενναιότητα σαν τα μάτια δεν αντέχουν,
αν κρύο κουφάρι η γλώσσα και τα μάτια τρύπες, γεμάτες υπολείμματα γκρεμισμένων στιγμών
.....
Διατείνεσαι πως το είδες,
πως το άγγιξες με ακροδάχτυλα-λίμνες
με φωνή σιωπηλή μα σίγουρη πως ξεπέρασε τα σκοτάδια
.....
Μα τόσο απλό να το δείς,
αρκούσε να κρατήσεις έναν λυγμό μιας κοπέλας παρθένας,
αν έβλεπες τα στήθια της να οδηγούν με τους δείκτες τους
τα κουπιά της βάρκας ενός άντρα γυμνού μέσα στο μισοφέγγαρο
.....
Αν μπορούσες να ακούσεις την οδύνη της μητέρας σου
την πρώτη στιγμή που σε έλουζε το φως,
αν τίποτε δεν θυμόσουν από τον πόλεμο τον πρώτο,
μεταξύ ανθρώπων και ζώων,
αν σου αρκούσε να μάθεις να πετάς
και να ξαναφέρεις στην μνήμη τα πανάρχαια πόδια σου,
τότε που μεμβράνες στόλιζαν τα νύχια σου
.....
Είναι τόσο πολλά τα αν που τα πνίγουν τα διότι
κι οι ιδιωτείες οι σαθρές,
τουλάχιστον να φανταζόμασταν πως ζήσαμε με μπλε
.....
Κι η κρούστα της ευγένειας θα άλλαζε την πέτσα μας
που πιό σκληρή μοιάζει από αυτήν που φορά το λιοντάρι
Άμμος ο χρόνος,
τα πάντα σμίγει και χωρίζει,
αν μπορούσες να κλάψεις, κάντο γι αυτούς
που η μοναδική φορά συναντήθηκαν ήταν όταν έσβηνε ένα αστέρι
κάτω από το ατέλειωτα σιωπηλό κοιμητήριο,
σε διπλανούς τάφους, για πάντα κοιμήθηκαν και δεν συναντήθηκαν ποτέ,
αν είχαν βρεθεί στην ζωή το σκοτεινό σύμπαν δεν θα ταν τόσο άγνωστο και δύσβατο στην μικρή αντίληψη του ανθρώπου...
Όταν η κυρία Κυβέλη έπαιξε στο έργο (η άγνωστος)

βρήκαν λόγο τα δέντρα να στάξουν χυμούς στα φύλλα τους

Κι οι βραδιές καρποφόρησαν χρώμα

Στις ίδιες εποχές, σταρλετίτσες ανέραστες, στο Αμέρικα, δοκίμαζαν σωματικά υγρά σε δωμάτια που τα είχαν ντύσει σαν καμαρίνια

Αρκετά μετά ,ήρθε η Έλλη ,με μάτια κάρβουνα γεννημένα για δόξα και αγάπη, την τελευταία την έχασε παίζοντας...

... Υπήρχε η εποχή που οι λέξεις κύριος και κυρία δεν ήταν για υπόδειξη λεπτών χειρισμών μέσα στα πράγματα, η λέξη κύρος είχε να κάνει με φως και ξεχωριστές ιδιότητες...

Κάτω από το δέρμα τους,κάποιοι άνθρωποι διοχέτευαν ευγενικό το φως
κι οι κινήσεις τους στο σανίδι θύμιζαν μυθικά πρόσωπα

Αν κάποιες εποχές στιγματίστηκαν, δεν ήταν από την παράλειψη,
αλλά από την μέγιστη προσφορά στην κοινή ωφέλεια

Αβυσσαλέες τώρα, οι διαφορές, κομπάζουν με σκοτωμένο το κύρος

Αν κρυφοκοιτάξεις θα πνιγείς μέσα στις τόσες προσφορές

Κι η λαγνεία άχρωμη, ξερνάει κοπριά, να βρίσκουν να βοσκούν χιλιάδες γουρούνια και γεννετικά αλλοιωμένα πρόβατα

Όχι στο εργαστήριο αλλά σε αυτό το μαυσωλείο το υπερεκτεθειμένο που ονομάζουν ζωή

Βρίσκεσαι στον υπόνομο, κολυμπάς ανάμεσα στα σκατά,
όταν βγείς, θυμήσου, να φωνάξεις σαν σύγχρονος Οδυσσέας
όλοι αυτοί που νιώθουν πως ερωτεύτηκαν
δίχως να είναι ανοιχτοί στην εικασία και στην λύπη
δίχως να τους σημαδεύει κατάσαρκα η φλόγα και μια αόριστη θλίψη
Αυτοί που δεν υποψιάζονται άλλο από τους αδένες τους,
τον ιδρώτα τους δεν υποψιάζονται , πως δεν έχει αλάτι ,
αλλά μόνο νερό
όλοι αυτοί που χρησιμοποιούν τον έρωτα και την ομορφιά σαν Δούρειο Ίππο,
για να περάσουν απέναντι,
δίχως κόπο, τρόπο,
αίμ...α,
πάθος, φωτιά,
δίχως να φαντάζονται πόσο απέραντος είναι ο ουρανός
όταν ένας άντρας μόνος παίζει με τον σκύλο του,
όταν μια γυναίκα σκυμμένη στο πιάνο ζωγραφίζει ,
όλοι αυτοί φρικτοί είναι και καίνε τα μάτια μου,
μα παντού σκορπισμένοι είναι σαν την γύρη της Άνοιξης...
Ο κόσμος που υπάρχει κάτω από την μυρωδιά στον λαιμό της
στα τόξα των φρυδιών της,
ευδαίμονα υλικά στα χέρια του, σαν τροφή των προγόνων
Την αγαπάει όπως αγαπούσαν τις αρχαίες θεότητες,
αγγίζει κομμάτια της σελήνης, σαν ασημίζει ,επάνω στα μαλλιά της,
τα στέλνει μαγεμένος σε όλες τις αστρικές κατευθύνσεις
Στα πουλιά,
στην υπέροχη χορογραφία των ψαριών,
στο μαλακό θρόισμα των δέντρων, των αχόρταγω...ν,
των ανίκητων
Ο κόσμος που υπάρχει στα στήθια της,
ο αχαρτογράφητος, ο μαγεμένος αυλός ο ουράνιος,
ο θρίαμβος της ομορφιάς στα χέρια του
Περπατά αθόρυβα, σαν ηλεκτρισμένη τίγρη,
την κοιτάζει ξαφνιασμένος,
κι είναι αυτό το ξάφνιασμα που κάνει τον χρόνο πέτρινο,
ακίνητο,
νικημένο, εξαντλημένο...

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Προς το παρόν

Δεν έχω καμβά να ζωγραφίσω, ούτε βάρκα να ταξιδέψω
τα μάτια μου πολύ τα κούρασα με τις εντολές μου,
τα πόδια μου μουλιάσανε μέσα σε τόσο νερό,
φυκιώνες και ψάρια με τραγούδια πικρόχολα και ξένα
.....
Προς το παρόν
....
Ετούτοι που ορίζουν την παύση του κορμιού μας στον βυθό
... τώρα ετοιμάζονται να φύγουν απάνω σε μηχανοκίνητο πλοιάριο με φτερά από σίδερο,
θυμήσου εσύ να βάλεις κείνον τον βασιλικό που μοιαζε φλύαρος,
στο παραθύρι, να τον βλέπουν τα πουλιά μην τρέξουν για αλλού
.....
Ετούτοι που πάνω από τον ουρανό έπιασαν κουτάλες να τον αρπάξουν ετοιμάζονται να φύγουν,
Πρώτα έβαλαν φωτιές στο πέτρινο σπίτι μας εκεί στην θάλασσα
Έπειτα καμώθηκαν πως τίποτε δεν συνέβη
Προς το παρόν
......
Εσύ θυμήσου πως τους μεσημεριανούς ύπνους τους κάναμε
κάτω από πεύκους κι αλμυρίκια,
τα μέλη μας πάλευαν με την συγκίνηση,
λεπτή αυτή σαν πευκοβελόνα κι ωραία σαν όνειρο
....
Προς το παρόν, δεν έχω τίποτε εκτός του να θυμάμαι..
Μόνο η ξοδεμένη πραγματικότητα μου κλείνει τα μάτια
μα είναι νομίζω προς το παρόν...
....
Αφροδίτη δίπλα στην γη χορεύει ευθυγραμμίζοντας
ήταν κι αυτό προς το παρόν...

ερωτικόν

Ο έρωτας μια υγρή γραμμή επάνω στην καμπύλη του ώμου
ανάλαφρες σκιές κάτω από τα μάτια
απορίες
επιθυμίες
φωτιά
σάλπιγγες κόκκινες αυτοκρατορικές
Ο τρόπος που κινείσαι
που γέρνεις επάνω της
που την διανύεις σαν να ταν χάρτης κοσμογονίας
Ο τρόπος που κρατάς την ένταση, σαν να ήταν μια χορδή ενός θεικού βιολιού,
... μην σπάσει
μην εκραγεί.
Σώμα! Πνεύμα που τριγυρνάς πάνω από τα αόρατα τείχη του κόσμου,
χτισμένοι με πέτρες καθώς είμαστε σε μια τρελή σειρά,
μαθαίνουμε να αντέχουμε
Με αυτήν την μαγική κλωστή του αιμάτινου θρόμβου
στην μέση του δωματίου
να αναστατώνει
να θριαμβεύει τους ανθρώπους
Μια υγρή γραμμή από την ρίζα των μαλλιών ως τα πόδια,
έρωτας είναι,
ήταν,
θα είναι
που θα σαλεύει μέσα μας λαμπρός ένας νέος θαυμαστός κόσμος
Κι όλα τα τείχη αδύνατον θα είναι να κλείσουν την φωνή μας.....
To ανεπαίσθητα τρυφερό χάδι επάνω στο πουκάμισο σου
μαζεύω
το αφήνω να χαθεί μέσα στον χαμένο παράδεισο των πουλιών
Του δίνω δύναμη να μπορέσει να περάσει τα μαύρα ποτάμια
και την χρονοθύελλα
Αυτό που είσαι δεν το γνώρισα ακόμη,
αιθέρας και μοντέρνα δηλητήρια στην όχθη του πόνου
Όμως αυτό το ανεπαίσθητο χάδι είναι σαν βέλος οπλισμένο
στέκεται εκεί σε μια λευκή κοιλάδα στο μυαλό μου
κι εκείνος ο χο...ρός που δεν προβάραμε ακόμη
Τοπία μισόγυμνα, χρωματισμένα χαρμολύπες,
απωθητικές γραμμές στον ορίζοντα
Κι αυτά που μένουν να γίνουν ας γίνουν
Υπάρχουν λεπτά που σημαδεύουν ολόκληρες μέρες
η μνήμη είναι ένα λουλούδι άγριο
φορά ένα λευκό πουκάμισο ιδρωμένο
σημαδεμένο από τις φοβίες και τις αναστολές των καιρών,
όμως σαν πεινασμένο ζώο, ζητά ξανά ένα πλοίο αποκομωμένο από τα υπόλοιπα ,να ταξιδέψει
Σημάδι μικρό, στον βουβό και υγρό ορίζοντα....

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Η κρούστα του Μπαφομέ

Συντρίμια του Μεσαίωνα και όψεις λερές, θαμπωμένες απ τον χρόνο
σε περιτύλιγμα σοκολάτας,
η εφημερίδα απλωμένη σαν χάρτης
Εδώ έγινε το πρώτο έγκλημα
εκεί όλα τα υπόλοιπα,
τα κρατούσαν σαν αποκόμματα εισητηρίων από πλοιάρια σύγχρονοι πειρατές
Ο Μπαφομέ θριάμβευσε εκτός των θεολογικών στα ανθρώπινα
Παγωμένη η τανάλια του φόβου και σταθερή
Είχε την σταθερότητα του όπλου του πρώτου αυτόχειρα
Γέμισαν οι τόποι αυτόχειρες και αδέσποτους σκύλους
Τα αποφάγια των θηρίων γέμισαν σήψη και κολύμπι στην άβυσσο
Ετούτη η φούσκα αγάπη μου, αν θα σκάσει, αίμα και σκατά σε όλου του κόσμου τα πέλαγα
Είναι που το άδικο δεν μας ενόχλησε
Γεμίζαμε την κοιλιά μας με σπέρμα και τροφή βαριά
Αναδεύοντας τους καιρούς κάτι δεν άλλαξε
Μονάχα ο Μπαφομέ να κοιτά με άδεια μάτια
Αν βρείς κουράγιο την τρύπα στις κόγχες του και κοιτάξεις θα τον αφοπλίσεις αργά
Όπως αργά μπήγουν το μαχαίρι στα σπίτια μας οι εραστές του
Αδιασάλευτη η γοητεία του και πικρό σπάραγμα
Όλες οι θεολογίες αποσκοπούν στον φόβο
Αυτός που δεν θα φοβηθεί θα πλεύσει στο φως
Σε ακουμπάω τώρα δίχως να σε αγγίζω
Τις εφημερίδες καίω με προσοχή
ρίχνω την στάχτη τους στους πρώτους Ινδιάνους
Κι αν την Αναγέννηση δεν την εζήσαμε έχουμε λίγο χρόνο ακόμη
Έτσι κι αλλιώς στου Μπαφομέ ζούμε τον Μεσαίωνα...

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Ούρλιχ

Ο Ούρλιχ είχε ένα πάθος,
να μελετά τα ένστικτα και να τα βάζει στην σειρά.
Όλες οι γυναίκες που τον ακολουθούσαν στο σπίτι του είχαν φρικτό τέλος
Και μια μελανιά στα πισινά
Από το ένστικτο του πόνου, πάνω από αυτό, έστεκε εκείνο της ευγένειας
Γι αυτό οι γυναίκες δεν αντιστέκονταν στην πρόσκληση
Ταπεινωμένος όμως πάντα ένιωθε
Σαν ήταν παιδί άρεσε του πατέρα του να τον πατάει με την λασπωμένη μπότα του
Βάπτιζε με μυθικά ονόματα της Παλαιάς Διαθήκης τα θύματα
Έπειτα έπλενε προσεκτικά τα ΄χερια του στην πορσελάνινη βρύση
Κι όταν το φεγγάρι έχασκε πάνω από το σπίτι κόκκινο
άρχισε σκέψεις να κάνει διαφορετικές,
μα επικρατούσε κείνο το ζωώδες ένστικτο κι η μπότα στο κεφάλι του
Όσο απλό είναι να διακρίνεις την τραγωδία, τόσο περίπλοκο είναι να την ανοίξεις
και να διακρίνεις στον ανθρώπινο ιστό τους θύτες και τα θύματα
Κι ο Ούρλιχ πάντα θα υπάρχει να θυμίζει την ιστορία αυτών που έζησαν ταπείνωση
και κείνη την μελανιά στα πισινά...



Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Όταν ένα ποίημα τσουλάει σαν πέτρα
και το βλέπουν ένας άντρας και μια γυναίκα ταυτόχρονα
σιωπηλή συμφωνία ξεκινά με άγνωστες δυνάμεις
Και μια άρια υψώνεται σαν νίκη φτερωτών πληθυσμών
Αλλοτινών καιρών ομορφιά
Ανιδειοτελών βλεμμάτων στον δρόμο ενός μυστικού κόσμου θαμμένου στο υποσυνείδητο
Λάμψτε πάλι!
Η ομορφιά λάμπει στα μάτια της Αφροδίτης
Και το παιδί του Ποσειδώνα χαμογελά
Κυλιόμενη η ένταση...
Αναδυόμενες ιαχές και λάμψεις
Λάμψτε πάλι!
Δεν υπάρχει κόσμος χωρίς έρωτα
Κι αν δεν υπάρχει ομορφιά τα μάτια καίγονται...

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Πασκάλ


Από την στιγμή που ο Πασκάλ προδόθηκε από μια γυναίκα αράχνη
άρχισε να πληρώνεται για τον έρωτα
Τα μεταξωτά σεντόνια του Σηκουάνα ράγιζαν,
άφηνε επάνω τους οπές και κίτρινα χρώματα
Κι οι γυναίκες έπεφταν πάνω του σαν τις πεταλούδες που κυνηγούν το φως
Ο ίδιος προσεκτικά διάβασε την ιδιαιτερότητα της έλξης ενός αδύναμου άντρα,
αυτό ήταν που τους προκαλούσε ίντριγκα και λάβα
Λεπτή εξουσία εξασκούσαν στα λερά σεντόνια κάθε αυγή που έφευγαν τρομαγμένες για να βρούν ξανά
την εξουσία ενός σύζυγου πίσω από ένα μεγάλο σπίτι
Κι ο έρωτας σαν ένας ψηλός καλόγερος που έτρεχε στο κομπολόι του μνήμες καυτές
Κι ήρθε μια νύχτα άγρια που στο ποτάμι είδε καθαρά το πρόσωπο του,
έχασκαν στα αρυτίδωτα νερά του οι ρυτίδες του πένθους,
σε μια στιγμή κατάλαβε αυτό που του έλεγε το κόκκινο φεγγάρι απεγνωσμένο
Βρώμικες  θα ήταν, οι κυριαρχίες του έρωτα, αν δεν απομάκρυνε παντοτινά την μαύρη κορδέλλα του θανάτου
Μα από αδυναμία αποφάσισε να συνεχίσει την εξέλιξη
Κι έμεινε σε κείνο το δωμάτιο του ξενοδοχείου στον Σηκουάνα για πάντα
Ψάχνοντας την γυναίκα αράχνη στα λειψά αιδοία
Και πάντα εκεί οι γυναίκες που νόμιζαν φως την αδυναμία του άντρα σαν τις πεταλούδες
Παλιά ιστορία ο καθρέφτης κι ο έρωτας
Μέσα του αν δεις μπερδεύεσαι από τα τόσα πρόσωπα...
τα μακρινά ταξίδια τα έκανες μέσα σου πρώτα,
έπειτα είδες την αντηλιά της αμμούδας,
πολύ μετά μου στράγγιξες την αλμύρα του καλοκαιριού
και ύστερα από τον αποχαιρετισμό στο πλοίο
πανώριος στα μάτια μου φάνηκες
κι ανεξιχνίαστος, όπως ένα ηλιοβασίλεμα που έγειρε στην αυλή ενός πέτρινου σπιτιού
Ήταν κείνο το υγρό καλοκαίρι που δεν ξέρεις να πεις
αν η τόση υγρασία είχε να κάνει με τον νοτιά
ή με την υγρασία των ανθρώπων που γιναν Δροσουλίτες για χάρη μας...