Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014


Το βυζί της μάνας μου στέρεψε από νωρίς, κι εγώ αρπάχτηκα από το βυζί του κόσμου αναγκαστικά. Κάπως έπρεπε να επιζήσω χωρίς την παρουσία της μητέρας, βλέπεις,ήμασταν μαζί δυο φιγούρες ,από αυτές που μας έσπρωχνε η ζωή προς τα πίσω. Μεγάλωσα σχεδόν μόνη μου, αυτό το ήξεραν οι συγγενείς και τα πουλιά της αυλής στο υπόγειο. Χρειάστηκα να ψάξω μέσα μου και να δω αρκετά από τα δικά μου πρόσωπα και να διαλέξω με ποιο είχα περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης. Το σχολείο μια κόλαση, τα παιδιά είναι οι μεγαλύτεροι παρατηρητές του μίσους και της αγάπης. Κι έφτιαχναν μια σκληρή αγέλη γύρω μου για να χλευάσουν τις ιδιαιτερότητες μου. Να μισώ τα ξυλάκια και την αριθμητική, να ξεχνώ τα βιβλία και τα τετράδια ή να τα πηγαίνω σκισμένα. Κι έτσι έγινα ένα αγρίμι. Το αγρίμι δεν πήρε μητρικό φίλημα και του πατέρα το χάδι δεν το χόρτασε. Κι ότι στερήθηκε το έκανε πάθος. Η αντίληψη για την ζωή είναι το πάθος. Δεν υπάρχει γκρίζα ζώνη, υπάρχει άσπρη ή μαύρη και κόκκινη. Δεν σου μιλώ για εμμονές , μιλώ για το πάθος. Το πάθος είναι η ασίγαστη αγάπη στον θρίαμβο και στην ήττα, με φωνές, με ιαχές , με καπνούς και αναφιλητά. Το στήθος μου σπάει, κατάλαβες; Και του Μάρκου έσπαγε στο μπουζούκι και του Βασίλη έσπαγε και της Ευτυχίας έσπαγε στο χαρτί και στον στίχο. Κι όλης της Ελλάδας ένα σπασμένο στήθος είναι η γεύση της. Αρματωθήκαμε αίμα αντί για γάλα. Αγρίμια μέσα στα αγρίμια... Και τώρα έρχεσαι εσύ να μου δείχνεις πως αγαπάς. Πως ξέρεις στα αλήθεια να αγαπάς. Μέσα στο πολύβουο πλήθος των ψώνιων έρχεσαι εσύ και ραμφίζεις με το βλέμμα σου την αλήθεια, την κόβεις φέτες ψωμί και με ταίζεις.. Μέσα στο ανίκητο πλήθος των ηλιθίων έρχεσαι εσύ με τα δάχτυλα σου και ζωγραφίζεις ουρανούς... Και δεν με φοβάσαι; Εμένα που νικήθηκα χίλιες φορές και νίκησα λιγότερες από τρία τέσσερα βλεφαρίσματα λευκών κύκνων; Με απλώνεις σιγά σιγά σαν ζύμη και φυσάς ήλιο. Κι όμως, φοβάσαι μην φύγω, κι εγώ φοβάμαι, θα φύγω κάποια στιγμή πριν όλα ρημάξουν.. Κι εσύ λες με διαβάζεις και με λύνεις σαν ένα τεστ δυσκολίας μέγιστης. Μου χορεύεις σαν μπαλαρίνος με κόκκινη φορεσιά μέσα σε ένα στενό δρομάκι. Με φιλάς. Με αρπάζεις. Με σφίγγεις πάνω σου. Σου λέω μου αρέσει, στο δείχνω. Αλλά λίγο μετά θέλω να φύγω. Ξέρω, αν επιμείνω θα με αφήσεις ελεύθερη. Δεν με συγκινεί που κανείς δεν έχει επιμείνει όπως εσύ, είναι που ξαναθυμάμαι τον εαυτό μου έφηβη και παιδί. Κρατάω αίμα στο στόμα και στα χέρια. Και νεκρούς. Να με αγαπάς γιατί το θέλεις. Και μην σώσεις τίποτε μετά τις στάχτες. Μετά από εμένα θα έχεις ανακαλύψει πως κι εσύ πάντα αγρίμι ήσουνα. Πέτα το τσιγάρο τώρα από το στόμα. Φίλα με. Πονάω πολύ. Από την αύθραστη ευδαινομία σου. Από τα περιστέρια που μιλούν γλυκά μεταξύ τους. Δεν είναι κρυφή η πληγή μου πια. Στην έδειξα. Τώρα μπορείς να με σκοτώσεις πιο εύκολα και χωρίς δόλιους ναρκισσισμούς. Σκότωσε με και σκοτώσου. Δηλαδή κάντα όλα αγάπη. Ας τελειώνουμε με τα ψώνια, τους νεκρούς και τους δήθεν.. <<Σε όλα τα αληθινά αγρίμια>>>

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου