Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014


Τρώω αργά το πρόσωπο σου, είμαι ξανά στο πεινασμένο δωμάτιο, με κοιτάζεις με τα μάτια απλωμένα σε κομμάτια. Οι ίριδες των ματιών σου μου θυμίζουν Ανατολή, τα χέρια σου με εκπαιδεύουν στην πείνα, πως να πεινάει κανείς για την αφή. Πως να κοιτάζει κάποιος ξένα μάτια και να νιώθει στιγμές στιγμές πως είναι δικά του. Ο έρωτας είναι ένα είδος απείθαρχης εκπαίδευσης. Ένα λιοντάρι μπαίνει στο δωμάτιο, με κόβει σαν ξυράφι η ματιά του. Μου μιλάει, (είσαι πολύ δυνατή πρέπει να το θυμηθείς πάλι). Λέω, ( το θυμάμαι μέσα από εκείνον). Μας κοιτάζει, βρυχάται. Το δωμάτιο φοβάται, τα έπιπλα τρίζουν. Έπειτα φεύγει, το ίδιο αθόρυβα όπως μπήκε. Φοβάμαι να σε πω αγάπη μου. Η αγάπη είναι μια λέξη που βιάστηκε σαν μια παρθένα.. Καθώς με ανοίγεις με την αφή σε ονομάζω έτσι, κάποια λεπτά, όχι πάντα. Μετά καθόμαστε στο ημίφως και διαβάζουμε ποίηση. Εσύ διαβάζεις. Εγώ κοιτώ την πλάτη σου, η πλάτη σου είναι σαν δυο μικρά βουνά που κυλά ανάμεσα τους καθαρό νερό. Κοιτάζω την δύναμη του κορμιού σου. ΠΕταλούδες ερμαφρόδιτες πετούν γύρω μας. Φιλί ένα. Φιλί δύο. Φιλιά άπειρα. Το χάος ρεμβάζει. Οι πυλώνες της αντίληψης μου ανοίγουν εκθαμβωτικές. Η σκέψη μου μπορεί να γίνει κρύσταλλος μαζί σου. Μέσα σε αυτήν την άναρχη ερωτική περίπτυξη ο νους μου ανοίγει και δέχεται φως. Υπερβολή. Αυτοί να είμαστε, όσο θα είμαστε. Πνιγμένοι από υπερβολή. Μικρό μου πλάσμα άνθρωπε. Είσαι για θαύματα γεννημένος. Είναι αυτή η φυσική κατάληξη των πραγμάτων. Αυτή είναι η αλήθεια και η μαγεία, όχι η ανθρωποφαγία. Να πεινάς για αγάπη και να λιώνεις σε άπειρα κομμάτια και σπασμούς. Αυτό το χάος εξουδετερώνει για λίγο τον θάνατο. Κοιτάζω τα οπίσθια σου καθώς συνεχίζεις και διαβάζεις. Σε διορθώνω. Τα ποιήματα με χαιδεύουν στην καρδιά μου. Τα πίσω σου μέρη μου θυμίζουν την Ανατολή. Το στήθος κι η κοιλιά σου την Δύση. Και καθώς σκέφτομαι πως ακόμη και στον θάνατο ο ματαιόδοξος και ηλίθιος άνθρωπος, προσπαθεί να ξεχωρίσει από τους άλλους, βάζοντας οι μεν το κεφάλι να κοιτά την Ανατολή και οι δε την Δύση στα κοιμητήρια, καθώς σκέφτομαι τους ακριβούς τάφους των νεκρών, τότε ακριβώς μέσα μου λιώνει ένα σμαράγδι. Άραγε αυτοί οι νεκροί έζησαν όπως τους άξιζε, έζησαν την αφή και την γεύση; Το σμαράγδι κάπου σκαλώνει στις κόρες των ματιών μου. Μάλλον καθώς σε κοιτάζω στο σκοτάδι τώρα, θα σου θυμίζω γάτα. Κι όμως είναι ένα πράσινο δάκρυ που σβήνει στα μάγουλα μου. Το σκουπίζω βιαστικά. (Το εσωτερικό δωμάτιο της αφής)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου