Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014


Η τελευταία γκέισα της πόλης, άναψε τα στικ και έκανε το δωμάτιο να μοιάζει με γιασεμί. Πλύθηκε με την γνωστή ιεροτελεστία που έκανε όταν ήταν να δοθεί σε έναν άντρα. Ήταν ερωτευμένη ταυτόχρονα με τρεις άντρες, κάθε ένας από αυτούς της ήταν πολύτιμος. Αν ήταν να διαλέξει δεν θα μπορούσε. Αίμα θα έσταζε από την καρδιά της και τα χελιδόνια στην κοιλιά της θα πέθαιναν. Αυτός που υπέφερε από αυτολύπηση έκανε κακό στον εαυτό του, αυτός που μάκραινε την αγωνία του για υπαρξιακά ζητήματα γινόταν καταθλιπιτικός. Αυτός που ήταν ερωτευμένος με την περασμένη του νιότη ήταν ένας τιμωρημένος νάρκισσος. Η τελευταία γκέισα της πόλης όλα αυτά τα ήξερε. Είχε μια κρυφή κεραία που εντόπιζε κάθε πληγή και την αιτία της. Δεν είχε κάνει ποτέ πίσω στο να δει τον πόνο στα μάτια. Τον πόνο τον θρυμμάτιζε και τον έκανε ένα μικρό διαμάντι και το φόραγε στο μικρό της δάχτυλο. Αυτόν τον πόνο έπαιρνε από τους άντρες. Λευτέρωνε φανταστικούς ρόλους και καταστάσεις και τις φόραγε στο δέρμα της. Εκείνοι παρασύρονταν και ξέχναγαν την αιτία που υπέφεραν. Γιατί εκείνη τους άνοιγε τους κήπους της ηδονής. Το σώμα της άντεχε να ανοίγει σε κάθε νέα ηδονή. Και τους έκανε να γίνονται μαζί της κάτι άλλο από αυτό που υπήρξαν ως τότε. Όταν έπεφταν στο σώμα της επάνω γίνονταν αυτό που θα μπορούσαν να γίνουν. Γιατί η γυναίκα αυτή ήταν κομμάτι της αιώνιας τέχνης, ήταν σύμβολο. Το καταλάβαιναν κι οι τρεις όταν γίνονταν ένα μαζί της. Μόνο ο ένας ήξερε για την παρουσία των άλλων δυο. ίσως άντεχε γιατί ήταν ο πιο νέος..` Τι κι αν η τελευταία γκέισα πλήρωνε λογαριασμούς στην σειρά της τράπεζας, τι κι αν ψώνιζε στην λαική όπως οι συνηθισμένες γυναίκες; Αυτή πραγματευόταν συνεχώς την καλλιτεχνική ζωή. Αποδεχόμενη ειλικρινά κάθε εμπειρία, αγαπούσε απεριόριστα την ομορφιά στο σώμα και στην ψυχή. (Είσαι το θαύμα της ζωής) , της έλεγε ο άντρας με τα μάτια κάρβουνο, άφηνε απέραντα κύματα ηδονής να κουνούν εξουθενωτικά το σώμα της. Κι αυτός, ιδρωμένος έπινε τους χυμούς της. (Είσαι ατελείωτη), της έλεγε ο άντρας που καβαλούσε συνεχώς αεροπλάνα και ταξίδευε. (Έτσι θέλεις); της έλεγε αυτός που δεν τολμούσε να παραδεχτεί πως μεγάλωσε και έχωνε μέσα της τα δάχτυλα του κι αυτή σφάδαζε σαν αμνός στην σφαγή. Ζούσαν μέσα της κι οι τρεις. Έβαζε λουλούδια στα βάζα και αρωμάτιζε κάθε πτυχή του κορμιού της. Τους περίμενε για να τους προσφερθεί ως ιέρεια ως κορίτσι και ως γυναίκα. Και πάντα έψαχνε να βρει κάποιον που θα παρέμενε αδαής παρ όλες τις γνώσεις. Γιατί μόνο εκεί, σε μια τέτοια φύση θα μπορούσε να αναπτυχθεί μια μεγάλη ιδέα. Και θα μπορούσε να ζήσει σαν τέκνο του φωτός που πολεμάει για αυτό. Τώρα νυχτώνει. Δυο γάτες τσακώνονται κι η γειτονιά γίνεται ασπρόμαυρη. Είναι η ώρα που η γυναίκα θα δεχτεί έναν από τους εραστές της. Αν για κάποιον λόγο θα πέθαινε ο ένας θα πέθαινε κι η ίδια την ίδια στιγμή. Μέσα σε μια πόλη συμβαίνουν πάντα θαύματα. Αρκεί να ξέρεις να τα περιμένεις, δίχως τον φανατισμό του θρήσκου αλλά με την αγνότητα ενός βρεφικού ύπνου... -Η τελευταία γκέισα της πόλης-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου