Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Αποχωρώντας η ηδονή

Όταν ήρθε στο μικρό μου διαμέρισμα ήταν αρκετά μετά τα μεσάνυχτα
Κάθησε στον καναπέ μου και μέσα από το φως των κεριών έβλεπα το δέρμα της
κεχριμπάρι γνήσιο
Είχε στην έκφραση των ματιών κάτι από μια χαμένη λάμψη των πουλιών
Η Άνοιξη κροτάλιζε τα δάχτυλα της έξω από το ανοιχτό παράθυρο
Γυμνοί όταν μείναμε από τα ρούχα της πόλης άρχισε να μεταμορφώνεται
Τρύπησε το στήθος μου με τα νύχια της
Το στήθος της λαμπρά αισιόδοξο γύρεψε υγρά χάδια
Το στόμα της έβγαζε ήχους σπαραγμού κι αυτό λίγο με τρόμαξε
Καθώς έμπαινα πιό βαθιά στην κοιλάδα του μεταξιού της ήρθε ο Κάφκα σαν πουλί
άκουγα τις αλυσίδες στα χέρια του, ορχήστρες λυπημένες ήταν μαζί του και πάνω στο ράμφος του
Όλες οι αισθήσεις κρέμονταν σε μια κλωστή
επάνω στις ρόγες της λίμνες υγρού πυρ
Ο καναπές θριάμβευε εκστατικός και ήσυχος σαν να ήξερε τα πάντα από τα σώματα μας
Κι ο Κάφκα σαν τρελός έμπαινε μαζί μου μέσα της αφήνοντας την λύπη του πίσω στην Πράγα
Κι αυτή βολοδέρνοντας στα χέρια μου, σαν χίμαιρα, μου γάζωνε λέξεις
(Είμαι στην Νεα Ορλεάνη), μου λεγε
και με έκανε να ξαναβρίσκω πάλι την περηφάνεια στην χαρά
μα και να χάνω τον εαυτό μου ολότελα
Αντικατοπτρισμοί λευκοί και διάφανοι φυγαδεύονταν
κι όταν ήρθε η ώρα να διαλυθώ άφησα την ραχοκοκαλιά μου
σαν σβησμένη χορδή που ένα αόρατο δοξάρι έσπασε
Μάζεψα τα νύχια της τα σπασμένα
τα έκλεισα σε ένα κουτί και τα έβαλα κάτω από το μαξιλάρι μου σαν έφυγε
Κι ο Κάφκα έφυγε απρόσκλητος όπως ήρθε
κι έμεινα γυμνός να κοιτάζω το άρωμα της που έμεινε στα νύχια της σημάδι,
όσο μπορούσε να υπάρχει κείνο το άρωμα θα την θυμόμουν
έπειτα σαν χαμένος ακροβάτης θα γυρνούσα μέσα στην νύχτα να ξοδεύομαι
Ήταν που από παιδί με τράβαγε ο θάνατος
κι η θλίψη ένα με το δέρμα μου,
η ηδονή είναι πάντα το σκαλοπάτι του θανάτου
του αποχωρισμού της ψυχής από το σώμα,
τι είναι το σώμα, ένας γραφέας στιγμών ένας τρελός δείκτης στο άπειρο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου