Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

το μεταίχμιο των αναχωρήσεων

Το νυχτολούλουδο στην οροφή του λιθόχτιστου ταβανιού
ανταμώθηκε με την φωνή που είχε πνιγεί στα μάτια μου
κι ο θάνατος εκδηλωμένος στο διπλανό σπίτι ήρθε και πάλι,
αυτήν την φορά για να με γελάσει πήρε την μορφή του παιδιού,
σεμνά λακάκια στα μάγουλα και μάτια αμύγδαλο,
μα ήξεραν τόσο πολλά καθώς τα κοίταζα που άμεσα τον ένιωσα
και την θειαφισμένη του μυρωδιά από το στόμα μύρισα
τα χέρια του με τα μακριά μαύρα νύχια ξεγύμνωσα και τα ζέστανα.
(Πάντα έρχεσαι και πάντα φεύγεις), του είπα και έκαμα ένα δείπνο με κρασί και κόκαλα.
Στην πνιγηρή ατμόσφαιρα με την μεγάλη τραπεζαρία φάγαμε,
ήπιαμε το κρασί και αυτός λαχτάρησε να αλλάξει διαμερίσματα
( Είπα για δες πως μου φορτώθηκε ακόμη κι ο θάνατος), μα δεν έπαψα να τον κοιτώ ανάλαφρα.
Από τα τείχη τα κόκκινα εκείνης της πόλης, που αθέατη ακόμη είναι στα ανθρώπινα,
είχε ρθεί πάλι να με βρεί την χτεσινή νύχτα η Ελένη,
καθήσαμε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και το νυχτολούλουδο έπαιζε ένα αρχαίο τύμπανο,
η Ελένη φορούσε μια φούστα άσπρη βαμβακερή και το στόμα της σαν μια ζωγραφισμένη αυγή,
αυτήν των νησιών που πάντα την προφύλασα κάτω από την μασχάλη μου σαν μικρό πουλί.
( ότι βλέπω νέοι έρωτες μπροστά και πίσω μου), είπε και χαμήλωσε το βλέμμα της,
μέσα στο δέρμα μου κράτησα την έννοια της συναισθανόμενη τα λόγια της,
την λύσσα στο κορμί της για το άπιαστο.
Είχε τα πόδια της ,κλεισμένα απαλά, σε βουβά σανδάλια κι ασημιά,
το στήθος της τυλιγμένο σε εκατόφυλλα ρόδα μαύρα της Ανατολής, μουγκάνιζαν πόθους τρυφερούς,
μονάχα η Ελένη μου έδινε τρυφερότητα σε αυτό το άγριο συναίσθημα.
Θυμηθήκαμε ένα νανούρισμα μιας γεροντισσας καλόγριας σε μοναστήρι νησιώτικο,
το λεγε πάντα να γαληνέψει την θάλασσα, είχε αποστολή να μην χάνονται ζωές,
το τραγουδήσαμε φαντάσου με χείλια κλειστά ενώ φυλορροούσαν οι καημοί.
Έπειτα φυγαδεύτηκε όπως πάντα παράνομη η Ελένη μου, αιρετική μέσα σε βαρβαρισμούς.
Κρατούσα λοιπόν κάτι από την επίσκεψη αυτή κι έτρωγα τώρα υπομονετικά με το παιδικό πρόσωπο του Χάρου.
( θέλω να αγκαλιάσω πάλι την καλοκαιρινή αυγή, τα σπίτια ασάλευτα, τα κοκόρια να ουρλιάζουν απείθαρχα,
η πρόσοψη των βράχων να καίει το στήθος μου, να χαθώ στους απογευματινούς ίσκιους, στους χαλασμένους καταυλισμούς να χαθώ ακούγοντας φωνές των θαμμένων κάτω από πέτρες,
το παιδικό παιχνίδι ακουμπισμένο στο σκαλοπάτι διωγμένο από πόλεμο,
τον τζίτζικα να ξαναζεί το πάθος του και την γριά μαυροφορεμένη να απαλύνω τον θρήνο της,
αυτά θέλω και γι αυτό δεν θα έρθω μαζί σου, πέτα τώρα τα παιδικά σου μάτια στο πάτωμα,
δεν είναι ακόμη η ώρα μου), είπα και τον φίλεψα ακόμη κρασί κόκκινο.
Και πήρε αυτός ξανά την μορφή την άδεια από μάτια,
έτρεξε νικημένος στην πόρτα και εγώ την σφάλισα με σύρτη μπρούτζινο.
Έπιασε εκείνη η ευλογημένη βροχή των νησιών, ξημέρωνε πάλι.
Και δίπλα στο παράθυρο μύριζα χώμα και θυμάρι που ορμούσε ανίκητο από το βουνό.
Στο μεταξύ η παλιά υδροροή της αυλής μου άφηνε τις σταγόνες να κάνουν εκείνο τον ήχο,
τον ήχο που κρατούσα από παιδί,
πλατς,
πλατς, πλατς,
πλατς, άλλοτε παχύς ήχος, άλλοτε ελαφρύς, πλατς
πλατς,
να μαι πάλι εδώ σκέφτηκα, κι αμέσως μετά,
αχ, πότε θα ξαναρθεί η Ελένη,
κι από πίσω μονότονα πλατς,
πλατς,
μπήκε τόση βροχή μέσα μου, κατάσαρκα,
την φόρεσα στα μάτια μου και τα κανα ξανά νερό,
ώσπου να στεγνώσω κι εγώ μαζί τους σαν φύλλο βρεμένο στον ήλιο.

1 σχόλιο: