Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Η βόλτα που δεν κάναμε, με γυμνά πόδια στις πέτρες,
αυτά που είπαμε, τα άκουσε ο βασιλικός και τα εξομολογήθηκε
σε μια γραία με χαμόγελο παιδιού,
εκεί στο σκαλοπάτι που ή πρώτη αγάπη έγνεφε με ένα δάχτυλο
στην σκανδάλη,
εκεί, κάτω από ένα παλαιό δέντρο, με τα πουλιά να κοιμούνται ησυχασμένα,
εκεί, μου είπες μια ιστορία,
για μια γυναίκα που είχε αρχοντικούς τρόπους κι άσχημο τέλος,
εκεί ενώ ήμουν ρ...
ιγμένη πάνω σου,
ακούσαμε το πλοίο να φτάνει,
ξημερώματα Δευτέρας,
θα έμπαινες μέσα και θα έφευγες,
δεν ήταν η λύπη της φυγής σου,
ήταν που είχα αποφασίσει να λυπάμαι,
για όλα αυτά που κάποτε θα τέλειωναν,
όπως το τέλος εκείνης της γυναίκας...
Στο μεταξύ ενώ στο καράβι έμπαινες,
ένα σπίτι υποδεχόταν έναν νέο άντρα από μια ξένη Χώρα,
η γειτονιά μοσχοβολούσε ψάρια στο τηγάνι
κι αν είναι δυνατόν,
κάποιος πίσω από ένα παραπόρτι διάβαζε δυνατά Άμλετ,
έπιασε να φυσά δυνατά κρύος αέρας,
μου φερνε τα μαλλιά μέσα στα μάτια,
να ζεί κανείς ή να μην ζεί άκουγα σαν μέσα σε ζάλη,
να ζεί, είπα ,μα τίποτε να μην περιμένει,
το τέλος είναι πάντα γνωστό
και η ζωή τόσο αβέβαιη...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου