Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Με ρόδα της Σιένας είχε ζωστεί ένα παιδί της
Αφροδίτης, στο στήθος του σαν σφαίρες,
κρέμονταν,
κι από τα μακριά μαλλιά του.
Μια νύχτα που κουβαλούσε μέσα του και τα δυό φύλα του ανθρώπου,
αποφάσισε να τα μοιράσει δίκαια σαν φύλλα τράπουλας
επάνω στο ξέστρωτο κρεβάτι,
μάχονταν κι έκρυβαν τις ιδιότητες τους όλη νύχτα.
Αυτό που νόμιζε ο άλλος πως ήταν, δεν ήταν,
κι αυτά που υπήρχαν, κανείς δεν είχε ...
κουράγιο να τα δεί στο μάτι το τρίτο.
Κι εκείνο το γλυκόπικρο παιδί της Αφροδίτης,
που πάντα έφερε στα μάτια του ανάμεσα ,το μάτι που ήξερε να βλέπει,
άφησε τα φύλα μόνα τους.
Κι όταν η κουκουβάγια φώναξε, με φωνή πνιγμένη από την γλύκα
της περασμένης μάχης τους, καθώς τους είχε δει πως αντιμάχονταν,
με αρχαιοπρεπείς ασπίδες και ντροπή της άγνοιας,
αυτή που σχεδόν όλα τα γνώριζε,
δίπλα στο βυζί της Αθηνάς της μεγαλοπρεπούς,
της αδάμαστης,
είπε σε ένα τραγούδι που μουρμούριζε χρησμούς και λόγια παιδιών,
ούτε παράδεισος υπάρχει,
ούτε έρωτας πίσω από κλειστά παράθυρα,
σπίτια της σιωπής απέραντα σαν τάφοι στην έρημο,
τα ύψιστα υπάρχουν στο να μην είσαστε αυτό που είσαστε,
σε κείνο το κενό που χρειάζεται να βρείτε εκτός των εαυτών σας,
τότε ίσως να υπάρξει η αντίληψη πως ο παράδεισος κι ο έρωτας κάθε μέρα φεύγουν και χάνονται,
μαζί με την αιωνιότητα σκορπάνε την σκόνη τους στα πέρατα,
κι ο ίλιγγος της ανυπαρξίας, θα σαλεύει ,όσο γύρω γύρω γυρνάτε
μόνο από τον εαυτό σας,
τι πρόσωπο τραγικό είναι ο άνθρωπος!
Τόσο μόνος με την υπόσχεση ευτυχίας στα κύτταρα του...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου