Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Ο Ήττος

Είχε έναν αδελφό, τον έλεγαν Ήττο,
στα περισσότερα υπήρξε αποτυχημένος και απροσάρμοστος.
Κάθε που το φεγγάρι γινόταν κόκκινο αυτός κοίταζε τις φλούδες
του να ανοίγουν, τοίχους μεγάλους να στηρίζουν τις όψεις του,
και τα θεμέλια να είναι σαθρά.
Συνήθιζε από μικρός να ερωτεύεται,
να ονειρεύεται πίσω από αυτά που υπάρχουν,
να μαζεύει εικόνες με τις αόρατες κεραίες του, να καταπίνει αχόρταγα αέρα.
Και με μια βάρκα διέσχιζε τις θάλασσες,
χόρευε στις ακτές τις απόμερες ακέραιος μέσα στις ήττες του.
Οι άλλοι γύρω του έτρεχαν να νικήσουν, να κατακτήσουν,
να φανούν σαν ένα χρυσό ολόγραμμα, να κοιμούνται σε κρεβάτια πολυτελή,
να συνουσιάζονται με κενές γυναίκες, γεμίζοντας πρόσκαιρα το κενό,
το μεταξύ της κεφαλής και της καρδιάς.
Είχε έναν αδελφό, τον έλεγαν Ήττο,
έμαθε καλά το μάθημα της ζωής, πως ποτέ δεν τέλειωνε το μάθημα,
τα ζώα τον λάτρευαν, η φύση τον δεχόταν στα σπλάχνα της ως παιδί της,
κι όταν μια μέρα γνώρισε την γυναίκα που δεν θέλησε ποτέ να τον αλλάξει
μαζί της έζησε σε έναν κορμό δέντρου με ρίζες διάσπαρτες.
Μέσα σε δάσος που είχε καεί κάποτε, τα πολύ παλιά χρόνια,
το έλεγαν πέτρινο,
όμως το έφτιαξαν ξανά ως είχε,
πουλιά ήρθαν, το κατοίκησαν, ζώα του δάσους στην αρχή δειλά,
μα έπειτα όλη η πλάση έπιασε παλμό καρδιάς και άνθισε, βλάστησε,
έγινε πανώρια...
Κι όταν όλο το ποταπό παιχνίδι της νίκης από άνθρωπο σε άνθρωπο τέλειωσε
γιατί η γη βαρέθηκε πιά κι άρχισε να τινάζει από τις φλούδες της τους αχάριστους,
έμεινε ο ήττος με την γυναίκα του σε εκείνη την απομονωμένη γωνιά του χρόνου,
έζησε έτη πολλά και θερμά,
κι εκείνο το φεγγάρι το κόκκινο δεν άνοιγε πιά, ήταν μια εικόνα στον ουρανό ζωντανή
και παλλόμενη,
κι η καινούργια ζωή δεν είχε νίκες και ήττες,
οι νέοι άνθρωποι που έγιναν από την γενιά εκείνη είχαν όρια,
που άρχιζε η ψευδαίσθηση κι η πραγματικότητα καλά ήξεραν.
Ο ήλιος δεν ξέχναγε το καθημερινό του φως
και οι άνθρωποι ποτέ την καλημέρα...

( ένα απόλυτα απλοικό παραμυθάκι για μεγάλα παιδάκια)...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου