Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Ο επίλογος είναι και πρόλογος

Σε έναν τόπο που πάντα βρέχει, ένα χωριό ραντισμένο πέτρες και ανθρώπους άγρυπνους.
Η υγρασία παντού σαν δεύτερο ρούχο.
Την έψαχνε.
Τον έψαχνε.
Δεν έψαχναν ένα θαύμα, δεν έψαχναν σκιές, χωρίς να το ξέρουν έψαχναν ο ένας τον άλλο.
Ήξεραν την ψυχή, το πνεύμα, το σώμα το είχαν χορτάσει με ηδονές και απολαύσεις που δεν ήταν ψεύτικες.
Τα χρειάζονταν όλα αυτά για να προχωρήσουν πιό πέρα.
Κινούνταν στον ίδιο φυσικό χώρο. Αυτό το χωριό που οι λύκοι φώναζαν σε συμφωνίες νυχτερινές.
Που η κουκουβάγια σαν φώναζε οι άλλοι έκαναν τον σταυρό τους.
Που η ομίχλη πότιζε την ατμόσφαιρα με τα πέπλα της.
Κι όμως, αυτό που συνέβαινε ήταν πως οι συμπτώσεις δεν τους είχαν αφήσει να δουν ο ένας τον άλλο.
Ώσπου μια ημέρα, μια νυσταλέα Τρίτη, στην πλατεία, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, πρώτος αυτός την είδε.
Της μίλησε. Τον είδε.
Δεν έχει ακριβώς σημασία να περιγραφεί εδώ το φυσικό τους σώμα. Το πρόσωπο και το σώμα τους.
Η ηλικία τους δεν μας απασχολεί.
Αυτό που θα άξιζε να περιγραφεί ήταν αυτό που τους ανάγκασε στιγμιαία να νιώσουν ένα ρίγος υποβλητικό.
Μια πείνα και ένα θάμπωμα στα μάτια.
ΚΙ ο μεγάλος θαυμασμός.
Και μια άβυσσος που άνοιξε κάτω από τα πόδια τους.
Δεν χρειάστηκαν οι λέξεις.
Δεν υπήρξαν σκέψεις.
Κανένας υποβολέας σκέψεων.
Γιατί ήξεραν πάντα.
Αυτό που μόλις συνέβαινε το ήξεραν.
Συνέβη να αποκτήσουν την ίδια στιγμή την συνειδητότητα της στιγμής.
όχι οριακά.
Υπάρχουν απόλυτα μεγέθη στα απόλυτα αφοπλισμένα πλάσματα.
Και στο φως που έτρεχε γρήγορα στην ράχη τους σαν μαστίγωμα φωτιάς.
Οι πόρτες άνοιξαν διάπλατες στην αντίληψη.
Μπορούσαν να δουν ξεκάθαρα τον ουρανό και τον τόπο που πατούσαν επάνω.
Έπειτα, καθώς πια εξερευνούσαν ο ένας τον άλλο είδαν ξεκάθαρα την τυφλότητα του πριν.
Πως αυτά που είχαν μαζέψει σαν εμπειρίες ήταν μεν απαραίτητα αλλά διόλου πια χρήσιμα.
Μοιάζει σχεδόν παραμύθι πως σε μια στιγμή συνάντησης , δυό πλάσματα,μπορούσαν να είναι ένα και πως ο φυσικός θάνατος πλέον δεν είχε σημασία καμμιά.
Μα μεγαλύτερο παραμύθι είναι αυτό που μεγαλώνουν και ζουν οι άνθρωποι, πως αυτό δεν μπορεί να συμβεί.
Τρώνε, πίνουν, αποκτούν υλικά αγαθά και ζουν περιπλεγμένα ανάμεσα στην λογική και στο παράλογο.
Ο άνθρωπος γι αυτό ήρθε ως εδώ.
Για να αγαπήσει και να αγαπηθεί.
Με πλήρη συνειδητότητα.
Με ακαριαίες απαντήσεις στα ερωτήματα ποιός είμαι και που πάω. Και τι θέλω.
Δεν θα σταθώ στα πρόσωπα.
Εδώ θα σταθώ.
Είμαστε αυτά που παρατηρούμε.
 Πιό μετά, αυτά που θέλουμε.

Καθένας ας πορευτεί με αυτά που είναι φτιαγμένος.
Δεν είναι όλα ίδια τα υλικά.
Αλίμονο αν ήταν.
Τότε ακόμη θα κατοικούσαμε στα δέντρα.
Ή στο κτήνος που κατοικοεδρεύει και καιροφυλακτεί με απληστία στην καρδιά μας.
Μα αν το αγαπούσαμε θα ήταν πάντα κτήνος;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου