Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014


Το σώμα μου, το άφησα, στην αυλή μιας γυναίκας ηλικιωμένης, έκανε χρησμούς κοιτώντας τα άστρα στην παλάμη μου, τις κόρες των ματιών μου τις άγγιξε θυμιατίζοντας κάποιες παλιές κατάρες, κατάρες που κουβαλούσα από την γιαγιά και την μητέρα μου, τις έκανε πρόβατα κι έφυγαν μακριά μου, τις έκανε αγγέλους κι έβγαλα στην πλάτη μου φτερά. Μα λυμένο το σώμα μου έφευγε πια από εμένα, στο ποτάμι της ανθρωπότητας βούτηξε, και σαν είδα, το πρόσωπο εκείνης της γυναίκας προσεκτικά, εμένα είδα μετά από χρόνια, κι ενώ γριά ήμουν, κρατούσα στα χέρια κρινάκια της Παναγίας, τα κρινάκια μου μιλούσαν με το στόμα των παιδιών, τραγουδούσαν για εμένα και τον θάνατο που ωραίος μου φαινόταν, σαν άντρας ψηλός κι αγέρωχος, μιλήσαμε γίναμε φίλοι και με ξέχασε σε κείνη την αυλή να κάνω χρησμούς κοιτώντας αστέρια στις παλάμες των γυναικών. -ο χρησμός μιας πεταλούδας-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου