Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014


Μα εγώ είμαι εδώ ακόμη, με μια λύπη που ήρθε ξαφνικά, μοιάζει με εκείνην που συμβαίνει σαν έχεις εκθέσει τον εαυτό σου ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους. Κάποιες φορές οι άνθρωποι θυμούνται πως είναι και λύκοι, παίρνουν στα δόντια τους κομμάτια της καρδιάς σου και τρέχει το αίμα της από το μεγάλο σκληρό τους στόμα. Εγώ είμαι εδώ ακόμη, γυρεύοντας τον παππού τον πατέρα την γιαγιά μου εκεί στο νησί που είναι κάτω από τις πυκνές νεφώσεις, σε ένα ήσυχο κοιμητήριο ξαγρυπνούν μιλώντας μεταξύ τους για όλες τις ιστορίες της ζωής τους. Η γιαγιά παθαίνοντας άνοια το μόνο που θυμόταν ήταν όλα όσα αφορούσαν ερωτικές ιστορίες και καμώματα. Μου μιλούσε ώρες ατέλειωτες για αυτά όλα ξανά και ξανά από την αρχή. Ο πατέρας θα μιλάει για την Τρούμπα , τον Μάρκο και τον Τσιτσάνη ενώ θα έχει στο αυτί του ένα τσιγάρο και θα κοιτάζει τα κεντήματα του ουρανού. Ο πατέρας ήταν από τους άντρες που δεν ντρέπονται να κλάψουν μπροστά σε μια γυναίκα.. Ο παππούς θα μιλάει για την παλιά Αμοργό και τους ανθρώπους της, φυσικά θα μιλάει άγρια στον πατέρα να κόψει το τσιγάρο. Έπειτα θα τους λέει ιστορίες σαν παραβολές.. Και οι ήρεμοι κάτοικοι του κοιμητηρίου θα τους ακούνε με προσοχή κι άλλοτε θα γελάνε. Αγαπώ τους αλαφροίσκιωτους. Τις ανεράδες, αχ πόσα τους είχα τάξει να τις συναντήσω στο παλιό ξέφωτο.. Βρέχει σήμερα. Βρέχει νεκρούς και κυκλάμινα. Τα πίνω σαν κρασί μπρούσκο. Ζητώ τους αγαπημένους μου όπως η γη το νερό. Ας τους έχω μέσα μου. Καμιά φορά αυτό δεν φτάνει. Θέλω να περπατήσω στην βροχή στο νησί και να καθίσω στην ταβέρνα του Νίκου και να ακούσω ρεμπέτικα. Να στάζω νερό ώσπου να βραχεί το πάτωμα. Να χορέψω την συννεφιασμένη Κυριακή και να ακούσω τα πουλιά να κεντούν νότες από τα μεθυστικά λαρύγγια τους. Θέλω να μεθύσω. Τελευταία όσο και να πιω μου φαίνεται δεν μεθάω. Θέλω να βρω όλα τα αρχαία εδώλια και να κλάψω επάνω τους σαν παιδί. Μου λείπει το νησί, ίσως τώρα που βρέχει ακόμη πιο έντονα. Θέλω να βρω τον βράχο που μοιάζει σαν προφίλ ενός αετού και να κοιτάξω το ατέλειωτο μπλε που θα χύνεται μπροστά μου. Να χυθώ κι εγώ με όλες μου τις αισθήσεις μέσα του. Πάντα ήμουν μια ανυπόμονη καρδιά. Και για να την προστατέψω έμαθα την υπομονή... Θέλω να χυθώ σε αυτό το μπλε και να χύσω αυτήν την λύπη. Θέλω να γίνω ένα άχρωμο διαφανές κάλυμμα από αλαβάστρινο δέρμα. Να ντύσω για λίγο με αυτό τους ανθρώπους, με αυτό το αλαβάστρινο δέρμα να αφεθούν στις εξωτερικές επιδράσεις.. Αυτό είναι η λύπη.. -Εξόριστη στην Αθήνα , εξόριστη και στο νησί-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου