Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

μάτια που πλέουν, ανυποχώρητα μοιάζουν στην θάλασσα
γνωρίζουν πως γέρικες είναι οι υποχωρήσεις
τις ανιαρές πεποιθήσεις των αστών,
την παγωμένη βλάστηση των αρκτικών λουλουδιών την ξέρουν
Σαν ντύθηκες αυτά τα μάτια με βρήκες στο πέλαγος
Είχα ραγίσει λίγο από τα όχι μου
Ο βράχος κοφτός έτρωγε την σπλήνα
Δεν φοβηθήκαμε να αντικρύσουμε από άλλη θέση πια τα φτηνά θεάματα
... Την υπόφυση της δειλίας την ματώσαμε με δάκρυα ζεματιστά
Ένας αέρας χάιδευε τα μεσονύχτια σου
Τα νωθρά μεσημέρια μου
Κι ένα ξωκλήσι κάπου εκεί περίμενε ανυπόμονα ένα κερί
Και πιάσαμε την μελέτη στα εγκλήματα που δεν πρόλαβαν να κάνουν οι ευγενείς, τις ηρωικές ζητωκραυγές των όχλων
Συνέβη τότε να αντιληφθώ τον κόσμο δίχως παραλλαγές
Κι εσύ πρόλαβες να με γνωρίσεις έξω από τα σώματα τα αδιατίμητα
Η χειραγώγηση των παθών είναι φλύκταινες,
είπες
κι ήταν αυτός ο λόγος σου που με έντυσε στα πορφυρένια χρώματα
Αγαπηθήκαμε από την αρχή
κι ας μην κράτησε αυτό παρά ένα καλοκαίρι
Ξέραμε όμως βαθιά πως το πρώτο μας δέρμα το πετάξαμε
Το βρήκε μια μητέρα-ψάρι κι έντυσε το παιδί της
Κι από τότε σταμάτησαν να υπάρχουν γοργόνες
μονάχα αυτό το παιδί που φορούσε το δέρμα μας...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου