Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Η παλιά πόλη, κάτω από τις αρχαίες φολίδες του δέρματος της
και τις πέτρες ,ανεστορούσε την ζωή,
αν μπορούσε, θα φόραγε τα σεντόνια πάνω της
των εραστών και των παιδιών,
και σαν τοξότης θα έστελνε στον ουρανό κείνες τις μαρμαρένεις κόρες , να σωθούν από την άγρια όψη των ανθρώπων,
να θυμούνται αυτές την δύναμη που χει ο έρωτας και η αθωότητα
της πρώτης σύλληψης του έργου πάνω στο μάρμαρο,
τώρα το... μάρμαρο εξυμνείται αδικημένο στις αίθουσες των μπουρζουάδων και λοιπών, ερημωμένων από τον θαυμασμό στα πράγματα,
αυτό που λέγεται ζωή αφύλακτο στέκει μα κι άφαντο
Πανοπλίες φορούν αυτοί, μα αθέατες είναι στα γαλάζια μάτια των αγγέλων,
στέκεται η παλιά πόλη και θυμάται πόσες φωτιές διέτρεξαν την ραχοκοκαλιά της,
πόσες φορές χρειάστηκε να στείλει τις γκριζόμαυρες στάχτες της
σε όλα τα σημεία των οριζόντων,
μα ύπνος βαθύς έχει αρπάξει την ανθρωπότητα,
μοιάζει σαν ένας γίγαντας που ήπιε διπλάσιο από το βάρος του κόκκινο κρασί και ροχαλίζει τώρα με το ένα μάτι ανοιχτό...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου