Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Αυτός ερχόταν μέσα στο μεσημέρι που ήταν καυτό,
ανέβαινε τις απότομες στροφές του δρόμου και η ανάσα του κοβόταν απότομα.
Περπατούσε πάντα αφηρημένος, πότε πότε σφύριζε ανέμελα.
Τον έβλεπε εκείνα τα μεσημέρια που απάλαινε η θάλασσα και η αρμύρα της έφτανε στο στόμα.
Ερχόταν κι έπαιρνε το κεφάλι του στα χέρια της και το ακουμπούσε στο μπούστο της. Έπαιρνε τα πυκνά του μαλλιά στα δάχτυλα της ...και τα τράβαγε ελαφρά, όσο να ακουστεί εκείνο το τρίξιμο της τρίχας. Έμπαινε στα μάτια του και τον άφηνε να την ξεκλειδώνει, καμμιά φορά ο έρωτας είχε μια μορφή ικεσίας, άλλες πάλι την κοιτούσε σαν να την διέταζε να ανοίξει τα πρώτα κουμπιά του ρούχου της, έπειτα συνέχιζε μόνος του περνώντας τον λαιμό της με υγρά φιλιά.
Έπειτα ήρθε η ώρα της φυγής, η εποχή εκείνη ήταν γεμάτη από πολεμικά γεγονότα. Όταν ανέβηκε στο πλοιάριο δεν την κοίταξε δεύτερη φορά. Της είχε υποσχεθεί όμως πως θα επέστρεφε ζωντανός, όπως κι έγινε μετά από τέσσερα χρόνια.
Εκείνα τα τέσσερα χρόνια αυτή είχε κόψει κοντά τα μαλλιά της, φύλαγε την θηλυκότητα της μόνο για εκείνον, ήθελε αυτό να το νιώσουν όλοι έντονα...
όταν την σήκωσε στα χέρια του ο κόσμος άρχισε πάλι να αναπνέει από μέσα τους, την γέμισε με λάφυρα, την έντυσε στα μετάξια και της άπλωσε αρωματικές κρέμες στο σώμα.
Έπειτα την ακούμπησε δίπλα στο μεγάλο παράθυρο, η θάλασσα ελαφριά, ένας αέρας πνιγμένος πέρασε επάνω τους, το φεγγάρι ήταν ένα ασημένιο καρπούζι, φώτιζε τα μάτια τους την ώρα που άρχισαν να μπαίνουν ο ένας μέσα στον άλλο.
Στην αρχή προσεκτικά κι επίμονα, μετά έντονα και βαθύτερα, εκείνη η σμίξη της σάρκας ευωδίαζε ως τα πρώτα βράχια της ακτής που έχασκε κάτω από το σπίτι.
Δεν πολεμούσαν ψυχή και σώμα για να ξεχωρίσουν.
Υπήρχε πάντα μια κοινή κλωστή που θαρρείς τους έδενε με το σύμπαν, αυτό το ένα που έβγαινε από την ένωση τους μπορούσε να αντιμετωπίσει την φωτιά και το μίσος, ήταν μια ασπίδα και για τους δύο.
Εκείνη την περίοδο, στην γη που τους φιλοξενούσε, αναπτυσσόταν το εμπόριο μέσω της θάλασσας, ο πόλεμος της φωτιάς είχε αρχίσει.
Ο θάνατος συνέβη μια μέρα που είχε δει τα δόντια της να πέφτουν σε ένα σκοτεινό όνειρο. Το νέο της το χε φέρει ο καλύτερος του φίλος, αυτός που τον ήξερε από παιδί.
Το καστρόσπιτο αυτή το βαψε μαύρο, για δέκα ημέρες δεν ξαναμίλησε ποτέ, την εντέκατη δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, είχε μάθει μαζί του να μην την νοιάζει ο θάνατος...
Κι έσβησε απλά και γρήγορα, σαν ένα κύμα που φτάνει στην ακτή...
Αυτό ήταν ένα μέρος της ζωής τους, ξανάγιναν ζευγάρι στην επόμενη, πιό σύγχρονη μα κι άγρια,καλά μαθημένη στην προδοσία των ανθρώπων αυτή, πολιτισμοί άλλοι στο μεταξύ είχαν ξημερώσει και θεραπείες σε αρρώστιες δύσκολες είχαν βρεθεί....
Από ανάγκη ήταν μαζί, από ανάγκη, κι αυτή η αόρατη κλωστή που δένει την ζωή με το σύμπαν ξανά εκεί, μια αιώρα πάνω από την άβυσσο....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου