Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Η υγρή αίθουσα

Κάποιος που ανήκει στο ζώδιο της γης, έλεγε σε έναν σκορπιό πως ο άνθρωπος είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, ο σκορπιός πάλι του απάντησε πως άνθρωπος είναι αυτό που απομένει μετά το τέλος των σχέσεων αυτών..
Κάπως απλά σου περιγράφω τα αποφθεύγματα των ανθρώπων μέσα στο 2012, εντάξει είναι και η σχέση του ανθρώπου με την μουσική, τα τσιγάρα και το αλκοόλ. Και να μην υπάρχει η συμπόνοια και το ενδιαφέρον σαν περίσσευμα, αλλά σαν ανάγκη.
Αρκετή ώρα πάνω από τα δωμάτια με τα βιβλία, βρίσκεται ένας άνθρωπος που συμπαθεί των Εωσφόρο, βρίσκεται σε μια μεγάλη αίθουσα που έχει γύρω γύρω της γυαλί, ο άνθρωπος αυτός γράφει σκυμμένος σε ένα τραπέζι ενώ οι νεκροί κοιμούνται στον Δελμούζα.
Είναι ένας άντρας τεράστιος και πανέμορφος. Γράφουν κι αυτοί, μην νομίζεις...
Τώρα γύρω του δυό ζευγάρια μοιράζονται θωπείες και φιλιά, κανείς δεν ξέρει αν έχουν διάρκεια μιας ημέρας, μιας ώρας, μιας νύχτας.
Μόλις σηκώνει το κεφάλι του στην απέναντι μεριά της αίθουσας βλέπει μια γυναίκα με ξυράφια στα μάτια να γράφει κι αυτή και να τον κοιτάζει..
Της κάνει νόημα κι όταν λαμβάνει την κατάφαση πηγαίνει στο τραπέζι της. Δεν χρειάζονται εξηγήσεις, μόνο απορίες έχουν και γυρεύουν κάτι όμορφο που θα κάνει λίγο το αγρίμι μέσα τους να γλυκάνει, κι οι δυό εξάλλου γράφουν.
-Από κάτω μας αναπαύεται ο Κάφκα που ένιωθε κατσαρίδα γιατί ήταν πολύ ανθρώπινος, έγραψε κι αφορισμούς, πολύ λίγο χρησίμεψαν στους άλλους, της είπε ανεπιτήδευτα.
-Έχεις δίκιο, όμως εδώ και ώρα μου έχουν σπάσει τα νεύρα από αυτό το γελοίο ζευγάρι, πίσω μας ,που μιλάει μισά αγγλικά, μισά ελληνικά, μου θυμίζουν πως έτσι συνηθίζουν να κάνουν κάτι κολεγιόπες που τον παίζουν από συνήθεια, αυτοί είναι μεγάλοι, τι διάολο, του είπε και αυτός παρατήρησε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στα μάτια της.
Ήταν πολύ γοητευτική, ήταν γυναίκα που ξεχύλιζαν τα θηλυκά στοιχεία, θα του άρεσε να τα βγάλει ένα ένα από τα μεγάλα τους δωμάτια.
-Είσαι ιδιαίτερα όμορφη, ξέχνα τους, μπορούμε να ασχοληθούμε με εμάς.
-Πες μου τότε αν ξέρεις, αν ήσουν ευτυχισμένος σε πληρότητα θα έγραφες, θα άκουγες τον Κάφκα να βηματίζει νευρικά τις βρώμικες νύχτες;
Αυτός παραξενεύτηκε, είχε καταλάβει πως η γυναίκα δεν ανήκε στην γνωστή κατηγορία κάλλος-κάλος, αλλά τώρα έμπαιναν απότομα σε μέρη απόκοσμα και απολύτως ιδιαίτερα...
-Δεν ξέρω να σου πω, αλήθεια, αυτό το χω σκεφτεί πολλές φορές αλλά δεν έχω απάντηση, μα κι η ευτυχία πόση διάρκεια να έχει; Ε κάποτε θα σταματήσει, οπότε...
-Μάλλον θα ναι βαρετό να σου πω πως έχεις δίκιο, του είπε ενώ τώρα τραγουδούσε μελένια σχεδόν, το μιγάδικο βελούδο της Sade...
-Mην με παρεξηγήσεις αλλά μου αρέσεις πολύ, της είπε και χάθηκε στα ξυράφια των ματιών της, έπειτα στο ντεκολτέ της, στα πόδια της που ήταν σταυρωτά. Ήθελε τελείως ξαφνικά να διεγείρει όλο της το είναι, ξύπνησε μέσα του εκείνο το ζωώδες που συνήθως βαριέται περιμένοντας πίσω από τις γέρικες συστάδες των θάμνων.
-Κι εσύ μου αρέσεις, από την πρώτη στιγμή σαν άντρας αλλά και γιατί δεν φοβάσαι, οι άντρες με φοβούνται, οι περισσότεροι δηλαδή..
-Λογικό είναι μωρό μου, γέμισε ο κόσμος κάλλος-κάλο, μου αρέσει να το λέω έτσι. Περίσσεψε ανασφάλεια και ψυχρότητα. Οι γυναίκες δεν ανάβουν πια, καπνίζουν περιμένοντας την πρώτη στήση.
-Και οι άντρες; Γιατί τρέχουν σαν ψάρια κι εξαφανίζονται θολώνοντας τα νερά αφού μια γυναίκα τους αρέσει; Πως γίνεται να μην κυνηγάνε πια;
- Γιατί μωρό μου τώρα κυνηγάνε οι γυναίκες..
-Άτσαλα...
-Ναι, άτσαλα και γραφικά θα έλεγα κι εγώ, της είπε
Έσκυψε κοντά της, μύρισε αυτό που υπήρχε κάτω από το δέρμα της. Ήταν από αυτούς που ήξεραν πως το κάθε άρωμα μυρίζει διαφορετικά σε κάθε γυναίκα, ήξερε αυτό που έκανε την κάθε γυναίκα να ξεχωρίζει.
Ήξερε πως αν ήταν απέναντι τους ο Μποντλαιρ θα τον έσπρωχνε πάνω της, μέσα της, θα ζήλευε θανασιμα, ο Πόε δεν θα είχε πιεί ολόκληρη θάλασσα σε εκείνο το καταθλιπτικό σίγουρα πολιτικό καφενείο, ο Ζίντ θα το ξανασκεφτόταν...
Εκείνη πάλι,ήταν σαστισμένη, ένιωθε πως αυτή η αντρική παρουσία άρχισε να την επηρεάζει σε απίστευτο βαθμό,
καθώς της μιλούσε τον θαύμαζε, ένιωθε να αφήνεται επάνω του, να λευτερώνει την σάρκινη γυναίκα από τα δεσμά της, να αρχίσει τόσο γρήγορα να τον ερωτεύεται...
Την τράβηξε έξω, έξω ήταν μια τεράστια ταράτσα στρωμένη με λευκό μάρμαρο, από πάνω τους κάποια αστέρια προσπαθούσαν διχως επιτυχία να θυμίσουν την ύπαρξη τους.
Την φίλησε, ένα φιλί που άνοιγε σε πολλούς τόνους, ένα φιλί που ανταλλάσουν ψυχές που υπερίπτανται ψηλότερα από τους άλλους. Κάποια κύτταρα κατάπιναν τα άλλα υπενθυμίζοντας πως ο κόσμος είναι αβέβαιος μέσα σε αυτό το έκθαμβο ρίγος, μέσα σε αυτήν την έκσταση που πολεμούν το σώμα και το πνεύμα.
-Δώσε μου την κιλότα σου, της είπε και τα μάτια του παλινδρομούσαν ραγισμένα από το τόσο θερμό φως.
Αυτή τράβηξε το εσώρουχο της σαν υπνωτισμένη γάτα και του το έδωσε.
Αυτός μύριζε ήδη εκείνο που είχε μυρίσει κάτω από το δέρμα της.
Όταν κοίταξε τα μάτια της σκέφτηκε πως μπορούσε να τελειώσει απλά κοιτώντας τα, και ταυτόχρονα σκέφτηκε πως ναι, ο πόθος είναι πάντα αιλουροειδές σε επίθεση...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου