Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Στο σοκάκι μεθυσμένοι, γλυκοναρκωμένοι από την επήρεια της ρακής ακούνε το λαούτο, ένα μπουζούκι, ένα μπαγλαμαδάκι και μια κιθάρα.
Ρεμπέτικα του Μάρκου και του Τσιτσάνη, σκέφτομαι, αλήθεια, πως έγινε κι ο ένας επιβλήθηκε με το επίθετο κι ο άλλος με το μικρό του όνομα;
Δεν βαριέσαι, γιατί να αναρωτιέμαι, ας απολα'υσω την βραδιά.
Το φεγγάρι έπιασε να φαίνεται πάνω από τα σπίτια, μπλεκόταν οι κλωστές... του με τις νότες τα πρόσωπα των μουσικών και των πελατών.
Στο μπλε τραπεζάκι στην γωνία κάθεται ένας Γάλλος ακαθορίστου ηλικίας σιγοτραγουδούσε τον Μάρκο.
Έμοιαζε σαν αρχαιολόγος ή σαν ιστορικός τέχνης. Μιλούσε και με άλλους Γάλλους δίπλα του.
Πολλοί Γάλλοι και Ιταλοί στο νησί φέτος.
Έμοιαζε παραδομένος στο μπουζούκι.
Ξαφνικά ήρθε μια παρέα Ελλήνων και δεν υπήρχε ούτε μια καρέκλα. Άρχισαν όμως να χορεύουν. Οι Ιταλοί τους κοίταζαν γελώντας, τους άρεσε πραγματικά αυτό που έβλεπαν.
Χόρευαν όμορφα, ήταν από 40 ως 60 ηλικιακά αλλά είχαν κέφι εφήβων. Φτιαγμένοι από ψημένη ρακή σίγουρα, αυτή σε χτυπάει ύπουλα...
Αρκετά γρήγορα βρέθηκε μια κουρελού κι ένα καφάσι από μπύρες, τους έφεραν και ψημένη ρακή και συνέχισαν τις σπονδές στον Διόνυσο.
Το φεγγάρι φαινόταν καθαρά πια, είχε διασχίσει την τροχιά του και στεκόταν πάνω από τα κεφάλια μας. Είχα ήδη αρχίσει να αισθάνομαι την λάμψη της σιωπής του στο στήθος μου.
Οι μουσικοί άλλαξαν ρότα, άρχισαν να παίζουν κρητικά. Η ατμόσφαιρα φορτίστηκε από γνήσιο συναίσθημα καθηλωτικό και διαυγές .
Η Κρήτη μιλάει μέσα μου σαν κατακόρυφη ποίηση.
Σκέφτηκα την φράση του ROBERTO JUARROZ, (το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο είναι σα να τον σώζεις).
Έτσι νιώθω ακούγοντας Κρητικά.
Ο Θ., το ένα παιδί που έχει το μαγαζί έχει μπλε μάτια. Σέρβιρε ποτά και μετά έπιασε κι αυτός να παίζει κιθάρα. Κάποιος μου είπε πως οι παλιοί Αμοργίνοι είχαν μπλε, καθαρά μάτια, αν είχαν θα ήταν σαν αυτά.
Παιδί με καρδιά γλυκιά ο Θ. ξεχειλίζει γλυκύτητα φιλοξενία και κινείται σαν την γάτα.
Το ίδιο κι ο αδελφός του, ο άλλος που έχει το μαγαζί. Μοιάζουν σαν μεγάλες παιχνιδιάρικες γάτες.
Τα Κρητικά ανοίγουν ρήγματα βαθιά, σε κάνουν να θες να βρείς τα νώτα του θεού.
Άπειροι σχηματισμοί αγάπης διαφαίνονται και υφαίνουν κόσμους από λέξεις.
Σκέφτομαι, θα ήθελα μια νύχτα να ξεράσω όλα τα ξύδια του κόσμου, όλη την χολή τους, να μείνουν ξέσκεποι από αυτά, να ορφανέψουν από την πίκρα , την οργή που υποβόσκει και τις πληγές τους.
Δεν είμαι Χριστός, μπορώ όμως να κλάψω διαβάζοντας ένα ποίημα ή όταν βλέπω τις άπειρες γραμμές στο στόμα μιας γραίας γυναίκας ή αν δω ένα ζώο κακοποιημένο.
Ξαφνικά βλέπω στα μάτια της Ε. αρκετά μακριά μου να κυλά ένα δάκρυ, το σκουπίζει βιαστικά και μετά από δέκα λεπτά φεύγει.
Σκουπίζουμε τα μάτια μας για να μην δούν οι άλλοι τις αδυναμίες μας.
Ενοχικά και σαν ξένοι από εμάς...
Τα Κρητικά μετά από λίγο είναι μια κήτη όπου ποτάμια κυλούν ξέπνοα.
Υπάρχει λυρισμός στην νύχτα.
Τόσες διαφορετικές γλώσσες ενώνονται με αυτήν, της μουσικής..
Είμαι εδώ..
Για όσο...
Όταν αποφασίσαμε να φύγουμε και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τα σκαλοπάτια του γυρισμού άρχισαν πάλι να ριζώνουν στην καρδιά μου ουτοπίες και ιδέες που γίνονταν μάτια.
Έτσι είναι μια ιδέα, μια σκέψη, ένα μάτι που σε κοιτά ίσια και ανάποδα...
Παράδεισος δεν υπάρχει ούτε θα υπάρξει ποτέ. Αφού δεν υπάρχει γιατί δεν χτίζουμε όλοι από έναν μέσα μας;
ίσως τότε οι ίσκιοι μας να γέμιζαν φως....

( Η χτεσινή βραδιά στην -κάτω γειτονιά- στο παραδοσιακό καφενείο το Λουκάκη)
υγ. υποκοριστικό του Λουκά , έτσι θέλουν να το γράφουν τα παιδιά που το έχουν, Λουκάκη κι όχι Λουκάκι . Τους αγαπώ πραγματικά..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου