Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Η ανταύγεια του πάθους της, έπεσε στο πρόσωπο του
Σύστηκε μέσα του ο γήινος κόσμος κι αποσύρθηκε για τον δρόμο του νερού
Αποξενωμένος από όλα, άρχισε ένα γλυκό παραλήρημα που δεν το άκουγε κανείς άλλος, παρά η ψυχή του κι όλα της τα παράθυρα άρχισαν να ανοίγουν.
Το ένα μετά το άλλο, το ένα μετά το άλλο.
Ο ύπνος του μετά από αυτό το αντάμωμα των βαθύγλυκων ματιών της, έγινε εφιάλτης.
Την έβλεπε κά...θε ημέρα να παίρνει το γνωστό δρόμο, ακολουθούσε τους λαγόνες της και το άρωμα του κορμιού της.
Είχε γίνει ένα αγρίμι, περπατούσε πίσω της και προσπαθούσε να μυρίσει τα μαλλιά της, τον λαιμό της, πίσω από το απαλό θρόισμα του φουστανιού της, τους καρπούς της που κρατούσαν ένα μικρό τσαντάκι χαλαρά και με μια κίνηση όλο χάρη.
Κι έπειτα το θέλω του άρχισε να διασχίζει όλα τα άγχη του, τις αγωνίες του, έπιασε να τα γλυκαίνει, να τα απλώνει μέσα του σαν ένας ήλιος μετά από πολλά άγρια σκοτάδια.
Τα μάτια της ήταν γκρίζα, πυκνωμένες βλεφαρίδες σκίαζαν τις ίριδες και το στόμα της ένα βύσσινο μισάνοιχτο.
Σαν το χρώμα του πάθους του γι αυτήν.
Ήξερε πως ήταν από αυτές τις γυναίκες, τις κυριαρχικές και αγέρωχες, αυτές που με λύσσα έπαιρναν πάντα αυτό που ήθελαν.
Δεν ήταν ηλίθιος, ήταν κεραυνοβολημένος , άφησε το πάθος να μπει μέσα του ολοκληρωτικά.
Η ανία κι η αηδία του για τον υπόλοιπο κόσμο έπαψε.
Τα πάντα τώρα ήταν εκείνη, δεν ήταν απλά μια τυχαία αφορμή για να αλλάξουν όλα μέσα του.
Ήταν η ειμαρμένη του.
Δεν έχει σημασία πως γνωρίστηκαν, δεν έχει σημασία πως ακριβώς κουρελιάστηκε όλος ο κόσμος της λογικής του.
Αυτή ήταν σαν την <<μαύρη χήρα>>, αυτό το είδος αράχνης που σαν συνουσιαστεί με το αρσενικό το καταβροχθίζει με επιμέλεια.
Τον έκανε πότη και του ρούφηξε ότι είχε σε χρήμα.
όμως αυτός, ποτέ δεν μετάνιωσε.
Γιατί ήξερε από την αρχή πως θα τον εξαφανίσει.
Όμως αυτός, ανήκε σε κείνο το γενναίο και σπάνιο είδος των ανθρώπων που ζουν το πάθος τους σαν μεταμόρφωση.
Γιατί ένα μέρος του πάθους είναι κι αυτό, η μεταμόρφωση...
Κι ένιωσε ευλογημένος που βρέθηκε άλλο ανθρώπινο πλάσμα να τον απελευθερώσει από το άθλιο εγώ του.
Ακόμη κι αν μετά ότι είχε για να ζήσει σε έναν γήινο κόσμο του το κατέστρεψε...
Τέτοιες στιγμές δεν μετριούνται σαν συνηθισμένες.
Και ποτέ δεν την απομυθοποίησε, ποτέ δεν έπεσε στα μάτια του.
Ήταν αυτή που του έμαθε πως στην ζωή εκτός από το να την διασχίζεις με τα πόδια μπορείς να κάνεις πτήσεις αργές.
Πως το πάθος είναι ένας κυκλώνας, μια συγκέντρωση γιαγαντιαίων δυνάμεων που στριμώχνονται στο στήθος σου και δεν τις ήξερες ποτέ...
Αυτό ακριβώς,
οι δυνάμεις που δεν ήξερες πως έχεις εγκλωβισμένος,μέσα σε μια μικρή, νοικοκυρεμένη ζωή, αυτό ακριβώς, αυτή η λυσσασμένη αδυναμία στην μη εγκατάλειψη σου πάνω σε έναν άλλον,
αυτό ακριβώς,
εκείνες οι δυνάμεις που λες και έρχονται στην επιφάνεια αφού έχουν νικήσει τον Αχέροντα,
αυτό ακριβώς, που χρόνια ολόκληρα δεν 'ηξερες πως έχεις,
αυτό ακριβώς είναι που απαιτεί ευγνωμοσύνη γιατί το εζησες.
Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να λάμψει σε μια στιγμή αιωνιότητας.
Όποιος μετάνιωσε για ένα μεγάλο πάθος που βίωσε είναι μωρός

(Περί πάθους)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου