Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Μπαίνοντας στο παραδοσιακό καφενείο της Μοσχούλας, σήμερα Κυριακή, αρκετοί ήταν καθισμένοι και ευρισκόμενοι σε πλήρη χαλαρότητα.
Πλησιάζοντας να πληρώσω, ένας γάτος τίγρης, αδύνατος με πράσινα μάτια με κοίταξε.
Τον πλησίασα, τον χάιδεψα και απλώθηκε σαν βεντάλια δείχνοντας μου την απαλή του κοιλιά. Πόδια και νύχια σε έκταση. Αφέθηκε ρονρνορίζοντας..
Αμέσως ένα πουλάκι πέρασε τιτιβίζοντας πάνω από το κεφάλι μου, κρατούσε στο ράμφος του κάτι. Ανέβηκε στο ταβάνι, απολύτως παραδοσιακό με ξύλινα δοκάρια, χάθηκε για λίγο μέσα στα ξύλα κι αφού τάισε το μικρό πέταξε έξω από την πόρτα.
Άνθρωποι και πουλιά σε ηρεμία ενός Βούδα.
Τα τζιτζίκια γύρω, χαλούν τον κόσμο.
Ένας άλλος κόσμος σκορπίζεται μπροστά μου απλώνοντας ένα μαγικό χαλί εντυπώσεων.
Ερχόμενη στο σπίτι μου έπιασα τα γέλια καθώς θυμήθηκα τον παππού μου μέσα από κάποιες διηγήσεις του, ο πολύχρωμος υφαντόκοσμος της μνήμης δεν με αφήνει ποτέ όσον αφορά όλα τα αγαπημένα μου πρόσωπα..
Ήταν Απόκριες , ακόμη δεν είχαν αρραβωνιαστεί με την γιαγιά.Η γιαγιά ήταν μαζί με την μητέρα της σε αυτό το καφενείο και γινόταν γλέντι με βιολιά.
Ο παππούς την είχε χορέψει πολλούς κάβους, συρτό και μπάλο.
Κάποια στιγμή ένας Χωραίτης έμπορος που είχε έρθει με το μουλάρι του στολισμένο με χάντρες κι είχε κάνει εντύπωση σε όλους, την ζήτησε σε χορό από την μητέρα της.
Χορευαν συρτό αρκετές φορές.
Ο παππούς έπινε κρασί κι άρχισε να φτιάχνει μέσα του μαύρα σύννεφα.
Σαν χόρεψαν μπάλο την μισή νύχτα ο παππούς συννεφοκαμένος πια γύρισε το τραπέζι ανάποδα.
Η γιαγιά ανησύχησε αλλά δεν έδειξε τίποτε, ωστόσο ο πυρετός της αγάπης της είχε ανέβει τόσο ψηλά που έπιασε το άστρο της Αστάρτης...
Την μνήμη αυτή την κρατώ από τα 14, τόσο ήμουν όταν μου τα έλεγε ο παππούς κι ήμουν καθισμένη στα γόνατα του.
Η γιαγιά Καλλιόπη σαν μου είπε ο παππούς ( αυτά έκανε η λαλά σου κόρη μου για να με φουρκίσει), του είχε πει.
(Ωχ καημένε, ήντα κάθεσαι και λες στο παιδί, όσα θυμάται ο γέρος τα λέει και γελά το σήμερα).
Βέβαια πρόσεξα την λάμψη στα μάτια της.
Δεν ήταν η γυναικεία ματαιοδοξία, ήταν η γνήσια αγάπη που χε απλώσει στον χρόνο κι ήταν λίμνη που κολυμπούσαν μέσα της αυτοί οι δυό...
Ο παπούς γέλασε και τον έσφιξα στην αγκαλιά μου.
Δεν τον αγαπούσα, τον λάτρευα και τον θαύμαζα..
Καθίσαμε στο τραπέζι και φάγαμε, ήταν Κυριακή σαν σήμερα..
Είναι ώρες ώρες που μου λείπουν τόσο που νιώθω μόνη μου μέσα σε ένα νησί που είναι δικό μου μεν, αλλά έγινε έτσι από μέσα τους...
Και τι δεν θα έδινα να άκουγα για λίγο την φωνή του παππού μου..
Φορές φορές ,νιώθω μισή, έτσι είμαι, σαν τους σκέφτομαι είμαι μια βαρκούλα χωρίς πανιά, με πάει το πέλαγος σαν να είμαι ξενικό τραγούδι,
σαν να με κοτούν οι γλάροι και λένε,
που πας, που πας έτσι μονάχη και λυπημένη;
Έπειτα κοιτάζω τις φωτογραφίες τους και μαλακώνω..

( Ημέρα Κυριακή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου