Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014


Ο γέρος που κάθεται στο καφενείο χωνεύει γλάρους και γύπες κάτω από την γλώσσα, τους καταπίνει αμάσητους και τους κρατά σαν λέξεις , ίσως κάποτε τις πει στα παιδιά του, ίσως κάποτε και όχι. Λίγο ούζο στο λαρύγγι να ξεχάσει και να απαλύνει την τρικυμία του θανάτου, αυτήν την αλμύρα που κρατά στα χείλη του από τότε. Από τότε που έχασε την γριά του, ανάβει ένα καντήλι στο μικρό της δωμάτιο, την φωτογραφία της φιλά και ανοίγει την καρδιά του σαν να ταν λέων κλεισμένος σε μικρό κλουβί. Του λείπουν τα αγγίγματα τους, η ματιά τους που στο πάτωμα έπεφτε σαν ήλιος. Η Σύρα έκλαιγε ολόκληρη κι έγινε βροχή λασπωμένη στον θάνατο της, στα τελευταία της πασάλειβε στους τοίχους του σπιτιού της τα σκατά της, τα είχε χαμένα. ΌΜως αυτός γυρίζοντας από το μικρό καφενείο γλυκαμένος από το ούζο μα κι από την δύναμη που είχε η αγάπη του για εκείνην, τρυφερά την έπλενε, τα χέρια της φιλούσε και στα γόνατα μπροστά της έπεφτε. Καθώς την κοίταζε στα μάτια και της μιλούσε απαλά, εκείνη σιγά σιγά συνερχόταν, όμορφα του χάιδευε τα μαλλιά. Ύστερα την κοίμιζε νανουρίζοντας την με ένα αηδόνι κι ένα τριαντάφυλλο με εκατό φύλλα. Κι όλα που στην ζωή του είχε περάσει τα πέρναγε στις χορδές ενός πανάρχαιου μπουζουκιού. Θα έγραφε επάνω στις χορδές του όλον τον πόνο μιας άπατρης πατρίδας.. Και την γυναίκα που τόσο αγάπησε με αυτό την έστειλε στον άλλο κόσμο τραγουδώντας. Όλη η Σύρα ανέβηκε στα πόδια του ουρανού ακούγοντας τον και βαριά κι απότομα κατέβηκε στις πύλες του Άδη. Την ημέρα που την έθαψε ο γέρος χωνεύει γλάρους και γύπες λέξεις να μην γίνουν ποτέ τους. Ήταν κι αυτές βλέπεις πρόσφυγες.. -Ο γέρος της οικουμένης-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου