Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014


Που είσαι αγαπημένη, το αμύγδαλο των ματιών σου τώρα δυο κόγχες κάτω από το χώμα. Στέκεται αδύνατον, να το φανταστώ. Τα πόδια σου έφυγαν μακριά και τα χέρια σου βαραίνανε στους ώμους ενός γοργόφτερου πλάσματος κάπου μέσα στο σκοτάδι. Είδα τυχαία την μητέρα σου σήμερα, όπως αυτά που τα ονοματίζουμε τυχαία, έβλεπα στο πρόσωπο της εσένα αν θα προλάβαινες να γεράσεις. Μα δεν πρόλαβες. Μονάχα πρόλαβες να βγάλεις την γλώσσα στο μαύρο σεντόνι του θανάτου, θα ήταν άχαρο να μην το σκεφτώ. Σε βρήκα πάλι, στις παρυφές της μνήμης μου φίλη αγαπημένη, μέσα στην γούρνα που ξεδιψά ένα ζώο που δεν είχα ξαναδεί, ίσως να βγήκε από τις σελίδες του Πόε, πες μου, θυμάσαι; Εγώ σου διάβαζα κι εσύ άκουγες σαν να σουν σε νιρβάνα. Τρώγαμε τις ανθισμένες κερασιές της Ιαπωνίας και τις μπήγαμε κάτω από το δέρμα, πες μου, θυμάσαι; Μισούσαμε τα εμβατήρια και λατρεύαμε τον έρωτα. Μικρά κορίτσια κι αόριστα στα λιχνίσματα της θωπείας, στις μετριότητες των αντρικών φιλιών, κροτάλιζαν τα βραχιόλια μας κι οι φτέρνες μας δεν πατούσαν στο χώμα. Στα σύννεφα, ήρεμα κρατούσαν μπαμπάκια και λουλούδια άγρια. Ευτυχώς και που μεγαλώσαμε πρόλαβα να σου πω πως σε αγάπησα. Κι ακόμη να σου λέω σε αγαπώ. Το αμύγδαλο των ματιών σου δεν θα σβήσει, τα ερέβη κι οι έχιδνες μακριά σου, εσύ ωραία μου θα βρίσκεσαι σε κήπους κρεμαστούς, εκεί πηγαίνουν όσοι φεύγουν νέοι.. Με αυτήν την αδυσώπητη μανία της δράσης.. Έτσι θα σε θυμάμαι. Κι ούτε ένα δάκρυ, μόνο χαμόγελο θα σου σκορπίζω. Από εσένα έμαθα να αγαπώ αυτήν την ήρεμη πόρνη που λέγεται ζωή. Θα συλλογίζομαι τους λύκους κι εσένα μακριά τους, Λείπεις.... (Στην Κ. κοντεύει χρόνος) Υγ, είδα την μητέρα σου σήμερα, μας είδες..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου