Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014


Στο αξεδιάλυτο σκοτάδι της νύχτας, ένα τρένο κυλούσε γρήγορα επάνω στις γραμμές του. Ο παράξενος επιβάτης στο τελευταίο βαγόνι, έκανε γραμμές με τα δάχτυλα του επάνω στα γόνατα του. Έξυνε την επιφάνεια του παντελονιού του με τα νύχια ,κι ύστερα προσπαθούσε να δει έξω από το ελαφρά σκονισμένο τζάμι του παραθύρου του. Δίπλα του δεν υπήρχε άλλος επιβάτης , υπήρχαν μόνο μια μαύρη παλιά δερμάτινη μονάχα βαλίτσα κι ένα κλουβί σκεπασμένο με ένα λευκό πανί. Ο Πασκάλ από τότε που προδόθηκε από μια γυναίκα που ο ίδιος λάτρεψε μονάχα, αγόρασε ένα καναρίνι και άρχισε να του μιλάει. Πίστευε πως τα τιτιβίσματα του πουλιού, ήταν αποκρίσεις στις ερωτήσεις του και στους μαραμένους μονολόγους του. Κι η αλήθεια ήταν πως από ένα σημείο και μετά, το καναρίνι ανταποκρινόταν με τον τρόπο του στην φωνή αυτού του μοναχικού άντρα. Ο Πασκάλ στο μεταξύ είχε αποκοπεί από τους φίλους κι ούτε έκανε νέους, ζούσε από κάποια πενιχρά εισοδήματα του πατέρα του κι είχε εντρυφήσει στην μοναξιά και στην θλίψη όπως ένας επιμελής σπουδαστής της τέχνης. Τώρα είχε πάρει την τελευταία ίσως απόφαση της ζωής του. Μετά από οκτώ ολόκληρα χρόνια απόλυτης μοναξιάς και χρεοκοπημένης ευτυχίας , αποφάσισε να χαρίσει στο καναρίνι και στον ίδιο την ελευθερία του. Έμαθε μετά από πολύ ψάξιμο πως υπήρχε ένα μέρος όπου καναρίνια πετούσαν ελεύθερα και ζευγάρωναν γεμίζοντας με όλα τα είδη τους το τοπίο. Αυτό έγινε αιτία να μαθευτεί από πολλούς ανθρώπους και να χτιστούν δυο τρία ξενοδοχεία και οι ξεναγοί οδηγούσαν τους τουρίστες σε εκείνο το σημείο του δάσους όπου καναρίνια διαφόρων χρωμάτων γέμιζαν τον ουρανό με τις φωνές τους και η πολυχρωμία των φτερών τους χάριζε στο δάσος μια τεράστια χρωματιστή βεντάλια. Εκεί πήγαινε ο Πασκάλ και σκεφτόταν γι ακόμη μια φορά την τελευταία φορά που έμπαινε μέσα στην Άννα ένα μουντό πρωινό που η ομίχλη έφτιαχνε διαφανείς κύκνους. Ήταν απόλυτα ευτυχισμένος, είχε πάρει την απόφαση να της ζητήσει να τον παντρευτεί εκείνο το άγουρο πρωί που ξύπνησε και δεν την είδε δίπλα του. Τα αναστατωμένα σεντόνια σφύριζαν το άρωμα της και κάτι σαν μαχαίρι άρχιζε να κόβει τα σπλάχνα του με χειρουργική επιμέλεια. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο, στον καθρέφτη είδε την τελευταία της φράση γραμμένη με το αγαπημένο της βυσσινί κραγιόν. (Φεύγω, συγχώρεσε με, δεν είμαι για εσένα, γρήγορα θα με ξεχάσεις). Το μόνο που σκέφτηκε ο Πασκάλ, ήταν πως ήταν τυφλός τόσον καιρό γιατί δεν είχε δει πως η γυναίκα που λάτρευε, τελικά έπασχε από έπαρση, μόνο ένας επηρμένος θα πίστευε πως αυτός που αγαπάει κάποιον άνθρωπο παραπάνω από την ίδια την ζωή του θα ξεχνούσε γρήγορα.. Τελικά, γύρω στο ξημέρωμα, ενώ τα αχνά χρώματα του ουρανού χάραζαν την νέα ημέρα ο Πασκάλ έσυρε το κλουβί με το κατακίτρινο πουλί και την μαύρη βαλίτσα κι έφτασε στο ξενοδοχείο. Μια ξανθιά πανέμορφη κοπέλα κράτησε τα στοιχεία του κι είπε σε κάποιον να τον οδηγήσει στο δωμάτιο με το νούμερο εννιά. Η κοπέλα είχε εντυπωσιαστεί από αυτόν τον άγνωστο μελαχρινό άντρα. Της άρεσαν ιδιαίτερα τα μάτια του, είχε ένα έντονο μελαγχολικό βλέμμα που τρύπωσε στην ψυχή της σαν άτακτο αγρίμι. Διαισθάνθηκε την προδοσία πίσω από τα μάτια του και την χαμένη χαρά. Διαισθάνθηκε επίσης πως είχε παραδοθεί στην μοναξιά από την δυσκολία στην ομιλία. Κι επειδή είδε και το καναρίνι κατάλαβε αμέσως πως αυτός ο άντρας μιλούσε μόνο με το καναρίνι κι είχε ξεχάσει την γλώσσα του ανθρώπου. Η Μαργαρίτα ήταν πολύ ξεχωριστό πλάσμα, ζωγράφιζε και ονειρευόταν κόσμους απάτητους από την κακία και τον εγωισμό. Ζούσε σε έναν κόσμο όπου κυρίαρχο ρόλο είχε η ομορφιά κι η ευαισθησία. Ο Πασκάλ είδε την ομορφιά της κοπέλας, όμως με τα χρόνια είχε γίνει τόσο απροσπέλαστος που γρήγορα την ξέχασε. Άνοιξε την βαλίτσα και έβγαλε ένα λεπτό μαύρο κουστούμι. Έπειτα έβγαλε ένα περίστροφο και το έβαλε στο συρτάρι. Έκανε μπάνιο, ντύθηκε και κατέβηκε στην μεγάλη σάλα για το μεσημεριανό γεύμα. Τον σέρβιρε επίτηδες η Μαργαρίτα. Καθώς του έβαζε κόκκινο κρασί στο ποτήρι αυτός πρόσεξε πως τα μάτια της ήταν μελιά κι είχαν κίτρινες πιτσίλες χυμένες γύρω τους. Όμως γρήγορα το ξέχασε και συνέχισε το γεύμα του. Ευχαρίστησε κι ανέβηκε επάνω στο δωμάτιο του. Ξάπλωσε για λίγο, κι ύστερα πήρε το κλουβί και έβαλε στην τσέπη το περίστροφο. Κατέβηκε και ρώτησε πως θα πήγαινε στο μέρος που τα καναρίνια ζούσαν ελεύθερα. Τον πήγε η Μαργαρίτα με το αυτοκίνητο της. Καθώς οδηγούσε είδε τα γόνατα της να γυαλίζουν αλλά γρήγορα το ξέχασε. Έφτασαν και αμέσως οι φωνές των πουλιών γέμισαν τα αυτιά τους σαν ένα υπερηχητικό σκάφος να περνούσε από επάνω τους. Ο Τόμπυ, το καναρίνι άρχισε να πετάει ξέφρενα μέσα στο κλουβί του. Ο Πασκάλ ζήτησε από την Μαργαρίτα να τον περιμένει. ΠΕρπάτησε δίπλα από ένα ποτάμι κι είδε τα νερά του. Τα θαύμασε σαν παιδί, μα γρήγορα τα ξέχασε. Εκεί ακριβώς που στην όχθη του ποταμιού αυτού, χρώματα από πολύχρωμες ουρές γέμιζαν το τοπίο, εκεί ακριβώς ο Πασκάλ άνοιξε την πόρτα του κλουβιού. Ο Τόμπυ διατακτικά έκανε πίσω εμπρός κι ύστερα κοίταξε τον Πασκάλ αναποφάσιστος. Μα κοιτάζοντας στον ουρανό είδε τα πολύτιμα αδέλφια του κι άρχισε να φωνάζει χαρούμενος.. Γιατί Ο Τόμπυ έβλεπε κι ήθελε να ζήσει. Βγήκε ο μισός στην πόρτα, κοίταξε τον Πασκάλ κι ύστερα έβγαλε ολόκληρο το κορμάκι του έξω από αυτήν και πέταξε ψηλά. Ο Πασκάλ έκλαιγε με λυγμούς κι έλεγε (ΜΠΡΆΒΟ, ΠΈΤΑ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ, ΦΥΓΕ ΕΣΥ ΝΑ ΣΩΘΕΙΣ), αυτά φώναζε μέσα από τους λυγμούς του. Τον κρότο του όπλου τον άκουσαν ταυτόχρονα κι η Μαργαρίτα και ο Τόμπυ. Εκείνη έτρεξε κατά κει κι ο Τόμπυ πέταξε στον πεσμένο άντρα. Μια λεπτή κόκκινη γραμμή αίματος έβαφε το στέρνο του αλλά ένα χαμόγελο ευτυχίας είχε βάψει το πρόσωπο του. Το καναρίνι περπάτησε για λίγο επάνω του ενώ η Μαργαρίτα λυνόταν σε σπασμούς δακρύων. Όμως γρήγορα πέταξε ψηλά. Γιατί τα ζώα είναι γεννημένα ελεύθερα.. Ο Πασκάλ δεν μπορούσε να δει τα δάκρυα της ωραίας Μαργαρίτας γιατί ήταν νεκρός. όμως δεν μπορούσε να δει τίποτε από τότε που τον άφησε η Άννα.. Στο μεταξύ ο Τόμπυ πετούσε ελεύθερος γιατί έβλεπε τα πάντα.. Είχε ξεφύγει πια κι από την θλίψη του Πασκάλ.. -Ο άντρας καναρίνι- Υγ. αφιερωμένο σε αυτούς που δεν μπορούν να δουν...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου