Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014


Έβαψα λίγο πορτοκαλί το στόμα μου και βγήκα έξω στον δρόμο ακούγοντας τα βλέμματα των άλλων επάνω μου, βασικά με διαπερνούσαν σαν σαίτες. Οι άνθρωποι που βγαίνουν έξω από την πόρτα τους σαν εραστές προκαλούν τους γύρω. Σαν σε συνάντησα ήμουν ένα ήρεμο θηρίο, δεν θέλησα αμέσως να σε τρομάξω γι αυτό μιλούσα γλυκά κι ανάλαφρα σαν να μην ήμουν έτοιμη λίγο αργότερα να κοπώ σε κομμάτια κι ύστερα να ενωθώ μαζί σου σε μια μπάλλα που θα αιωρείτο στο ταβάνι, δονούμενη. Σου είπα, ( σήμερα αν σου ζωγράφιζα μουστάκια θα έμοιαζες με γάτα, έχεις αυτό το αφοπλιστικό βλέμμα της γάτας), σαν να μην είχες αυτό το τραγικό στοιχείο στο βλέμμα σου , αυτό που είδα από την πρώτη ημέρα. Γέλασες και τραβήξαμε για την ανηφόρα, οι νεραντζιές μαζί μας περπατούσαν κι ήταν η μυρωδιά τους βάλσαμο επάνω στον ερωτικό σταυρό. Μπήκαμε στο δωμάτιο με το όνομα Φαίδρα, το σπίτι σου έχει όλα τα ονόματα των θεοτήτων και των γυναικών που υμνήθηκαν από την ανθρωπότητα μέσα στον μύθο τους. Μετά τα φιλιά άρχισε η αναζήτηση της απόλαυσης και της πλήρους αποσύνδεσης από το περιβάλλον. Δεν έχει όνομα ούτε σημασία ο έρωτας αν δεν μπορεί να σε αποσυνδέσει από το περιβάλλον της πραγματικότητας. Φυσικά έγινα θηρίο ξανά, εσύ με τριγύρισες κι άρχισες να με ανοίγεις και να με τρως, σάρκες, εντόσθια, καρδιά, συκώτι, πνεύμονας, το ίδιο έκανα κι εγώ. Η βασική αρχή είναι το άνοιγμα της σάρκας, να ανοίξει η σάρκα και να αφήσει την ψυχή να ερωτευτεί κι αυτή την ζωή και τον θάνατο. Πλευρίζαμε μαζί με τα βογγητά μας βράχους κοφτούς κι ερήμους απέραντες. Μα σαν ανοίξαμε πλήρως ο ένας τον άλλον αρχίσαμε να τρώμε το όπιο που κρύβει καθένας στο μυαλό του. Κι ύστερα με την γλώσσα μας ανοίξαμε δίοδο για την γεύση και πιο πέρα από την αφή. Μετά από πολλούς οδυνηρούς σπασμούς κάναμε παύση. Τα αηδόνια μέσα μας σταμάτησαν να ακούσουν τι θα πούμε. Σου είπα να παίξουμε λίγο θέατρο, έκανα μια σταρλετίτσα που σου έτεινε το χέρι της για φίλημα, εσύ μούσκεψες τα δάχτυλα μου με το σάλιο σου. Αναρωτήθηκες τι άρωμα έχει το σάλιο μου.. Έπειτα σου πρότεινα να παίξεις κι εσύ. Πήρες την λευκή πετσέτα, την έβαλες στο κεφάλι σου κι άρχισες να παίζεις κάτι τραγικό, έκανες τον αρχαίο χορό και τον βασικό ήρωα. Ναι, έχεις κι εσύ το τραγικό μέσα σου. Εξάλλου ζούμε σε μια κατεξοχήν τραγική χώρα όπου ο ένας τρώει τον άλλον χωρίς πολλή σκέψη. Μετά ξανακυλήσαμε μαζί, ήμασταν στεγνοί από την μικρή παύση μα γρήγορα γίναμε υγροί κι ατίθασοι. Ξεκλειδώθηκα κι αφέθηκα επάνω σου. Σκεφτόμουν να γίνω ένα χαμομήλι μικρό που θα πατήσεις πάνω του, ζητούσα να με υποτάξεις και να υποταγείς. Όχι ο ένας στον άλλον αλλά σε αυτήν την απέραντη ελευθερία που δίνεται όταν δυο άνθρωποι ζουν με όλες τις αισθήσεις τους τον έρωτα. Την ένωση που διαρκεί όσο η Άνοιξη να διαδεχτεί τον Χειμώνα. Δεν δενόμαστε με αλυσίδες, ούτε καρφίτσες, ούτε δαχτυλίδια. Ζούμε αυτό που ο άνθρωπος στερείται απασχολημένος με τον εαυτό του. Δυο άνθρωποι δένονται σε έναν ρυθμό, χορεύουν ενωμένοι με το ίδιο τέμπο, αυτός ο ρυθμός ενώνεται με τα έγκατα της γης. Όταν λύνομαι σε σπασμούς ταξιδεύω κάτω από την γη, ταξιδεύω στους ωκεανούς και στα ποτάμια της, περπατώ επάνω της κι ύστερα πετάω πάνω από την στρατόσφαιρα, λίγο μετά ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω τα δικά σου... Είμαι ελεύθερη παρ όλα αυτά. Κι εσύ. Ότι ώρα θέλουμε μπορούμε να φύγουμε μακριά ο ένας από τον άλλον. Ο ένας για τον άλλον ζητάει την ευτυχία. Ξέρεις πως εγώ είμαι λίγο πιο σύνθετη. Αλλά παλεύεις ακούραστα σαν μονομάχος... -Σαρώνοντας θύελλες κάτω από το κρύσταλλο του δέρματος-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου