Κυριακή 15 Μαρτίου 2015


όταν σου γράφω γράμματα ,η μεθοδική μου κανονικότητα πηγαίνει στην κοιλιά ενός κήτους που κολυμπάει στον Ατλαντικό. Νομίζω πως τα δάχτυλα μου είναι τυλιγμένα με μετάξια και μυρίζω σανταλόξυλο παντού. Το δωμάτιο σου το έλεγα <<το μαγεμένο νησί>>, γιατί εκεί ακριβώς, πρωτοέμαθα την τέχνη της μαγείας. Εκεί διδαχτήκαμε χωρίς κόπο πως οι άνθρωποι γίνονται ανθόκηποι, εκεί ακριβώς διαβάζαμε ο ένας στον άλλο στίχους και ακούγαμε υπνωτισμένοι νότες που μας μεταμόρφωναν σε μαγεμένα πλάσματα που δεν υπακούν στους νόμους της κανονικότητας, γι αυτό καταλήξαμε να ονομάσουμε τους εαυτούς μας αθάνατους, δεν υποψιαζόμασταν ποτέ πως θα πεθάνει ο ένας χωρίς τον άλλον. Δεν ξέραμε καν τι είναι ο θάνατος.. Τα μεγέθη γίνονταν τεράστια, οι όψεις της φαντασίας γίνονταν τεράστιες και ατέλειωτες. Μαζί σου έμαθα ποια είναι η αρχή και το τέλος του κόσμου.. Θυμάσαι; Τότε ακριβώς γύρω στα 17 μας κατανοήσαμε τι σημαίνει γκέισα και τι Σαμουράι. Ουσιαστικά προφυλάξαμε με την τόση αγάπη μας τους εαυτούς μας από την έκθεση στην ασχήμια και την βρομιά. Τα μάτια μας είχαν διαρκώς μια ανησυχητική ένταση για τους άλλους, για εμάς ήταν μεταξωτά μαχαίρια που έμπαιναν κάτω από το δέρμα μας, τα χέρια μας μετρούσαν τον κόσμο, ο κόσμος δεν τέλειωνε ποτέ.. Δεν με ενοχλούσε η βλακεία ,δεν με ενοχλούσαν πράγματα που τώρα μοιάζουν δυσβάστακτα στους ώμους μου, ήταν που ερχόμουν και σε έβρισκα μετά την βροχή και περπατούσαμε σαν μεθυσμένοι μέσα στο πάρκο. Ναι, μια μέθη χωρίς αλκοόλ, μια όχι απλά σαγηνευτική ιστορία όπως όλες, αλλά η αρχή της μαγείας. Ίσως γι αυτό σε ονόμασα κάρμα, ίσως γι αυτό, συχνά, μιλώ για μια γλυκόπικρη ειμαρμένη, ίσως γι αυτό δεν καταλαβαίνω την ευκολία των άλλων στο να βαπτίζουν έρωτα κι αγάπη κάθε τι που ξυπνά κάποιες ορμόνες και δεν εξυψώνει τίποτε άλλο εκτός από μια επιδερμική σχέση.. Όταν οι άνθρωποι γλιστρούν ο ένας μέσα στο φύλο του άλλου δεν κοιτάζονται στα μάτια, ξερεις γιατί; Είναι γιατί θέλουν να κρύψουν αυτήν την αλήθεια, την αλήθεια της γλώσσας της επιδερμίδας.. Είναι γιατί ούτε μια στιγμή δεν νιώθουν αθάνατοι.. Τώρα που σου γράφω αγαπημένε, το δωμάτιο μου φεύγει, ανεβαίνει προς τα επάνω, κυνηγά την μνήμη σου ενώ το πηγάδι της λήθης προσπαθεί να την διώξει εντελώς άδοξα.. Σου γράφω και εκθέτω χωρίς να το θέλω τον εαυτό μου στον θεό, εγώ που δηλώνω άθεη, εγώ που δηλώνω αγνωστικιστής.. -Σεπούκου ή χαρακίρι

Η Σοντέκο, ήταν ένα κορίτσι που αφοσιωνόταν στον έρωτα, με την πεποίθηση μιας γκέισας,( ήταν γκέισα), η πρώτη και η τελευταία της έννοια κατά την διάρκεια των ερωτικών μας σμίξεων, ήταν η δική μου ικανοποίηση. Βρισκόμασταν μεταξύ Αθήνας, Παρισιού και Πράγας λόγω της εργασίας μου που απαιτούσε συνεχείς μετακινήσεις. Το μόνο που απαιτούσε ήταν δίπλα στο κομοδίνο να υπάρχει ένα τριαντάφυλλο με εκατό πέταλα , επίσης μια μουσική που δέσμευε απαραίτητα λίγη μελαγχολία και σεντόνια που θα μύριζαν σάνταλο. Σαν άνθρωπος της Δύσης και πνιγμένος στις υποχρεώσεις, η αλήθεια ήταν, πως δεν πρόσεξα πως τελευταία ,κατά την ερωτική συνουσία, με κοιτούσε βαθιά μέσα στα μάτια, ελάχιστα πρόσεξα πως οι αναστεναγμοί της και οι οργασμοί της ήταν αρκετός καιρός που κορυφώνονταν σε ένταση και ελευθερώνονταν. Οι μικροί προηγούμενοι αναστεναγμοί της, τώρα διαδέχονταν από κραυγές μιας γάτας, οι νυχιές της στην πλάτη μου ήταν εκτενείς και βαθιές, τα πόδια της γύρω στον λαιμό μου μια ημέρα , με έσφιξαν τόσο δυνατά που κυριολεκτικά ένιωσα πως πνιγόμουν. Ένα μεσημέρι που την βρήκα ξαπλωμένη να με περιμένει στο μυρωμένο δωμάτιο για πρώτη φορά σκέφτηκα πως η παρουσία της μου είχε γίνει απαραίτητη. Μου δόθηκε ξανά σαν να ήταν η τελευταία φορά που βρισκόμασταν. Το αιδοίο της ξέσπαγε σε αλλεπάλληλα δάκρυα και σπασμούς, λίγο πριν τελειώσουμε μαζί ,μου ψιθύρισε. <<Σε αγάπησα, και τώρα που σε αγάπησα, δεν μπορώ να πάω με κάποιον άλλον, έτσι είμαι εγώ>>. Αυτό μου ακούστηκε βαρύ και παθιασμένο, αλλά αισθάνθηκα μέσα του τον κίνδυνο. <<Μου αρέσεις πολύ, όμως εγώ δεν ξέρω να αγαπάω και ούτε πρόκειται , η ελευθερία μου είναι το πρωτεύον μου στοιχείο, όταν μου λένε πως με αγαπούν πάντα φεύγω>>, αυτά της είπα και την ένιωσα να ξεσπάει σε κλάματα μαζί με σπασμούς που έκαναν το κρεβάτι να τρέμει.. <<Σε αγάπησα αλλά δεν θα αντέξω την προδοσία, δεν θέλω να με αγαπήσεις με το ζόρι , ούτε να νιώσεις πως σε κλείνω καταδικάζοντας την ελευθερία σου από υποχρέωση, ή από μια λεπτή παρόρμηση πάθους>>. <<Τι προτείνεις λοιπον>.; ρώτησα και ξάπλωσα στο πλάι παρατηρώντας την κόρη του ματιού της να μεγαλώνει.. Ταυτόχρονα την χάιδευα παντού κι ένιωθα κάτω από τα δάχτυλα μου την επιδερμίδα της να σκίζεται σαν μετάξι.. <<Σκότωσε με, θα γράψω τώρα μια επιστολή που θα εξηγεί τους λόγους της αυτοχειρίας μου>>, είπε και τράβηξε από το συρτάρι ένα λευκό φίνο χαρτί και ένα περίστροφο. Την παρατηρούσα να γράφε,ι βουτηγμένος σε μια περίεργη απάθεια. Σαν τυπικός άνθρωπος της Δύσης, έδινα λογικές εξηγήσεις για την συμπεριφορά της, αλλά ταυτόχρονα, μια καινούργια ηδονή ξυπνούσε μέσα μου.. Αυτήν , πως κάποιος μπορούσε να σκοτωθεί για χάρη μου, δεν ήταν μια χαρά που έκανε τα μέλη μου να τρέμουν από αδημονία, δεν ήταν απλά μια ηδονή που έτρεχε μέσα στο είναι μου, ήταν σαν όλες οι ηδονές να ξυπνούσαν μέσα μου και να ξαναγεννιόμουν σαν ένας άλλος άνθρωπος.. Δεν άκουγα την λογική μου, δεν άκουγα τίποτε, όλα μου έλεγαν να υποταχθώ σε αυτήν την πρωτόγνωρη αίσθηση. Αφού τελείωσε την επιστολή, πήρε το περίστροφο , έπιασε το χέρι μου και το έτεινε στην καρδιά της, ταυτόχρονα την είδα να παίρνει μια στάση προσμονής, να βάζει το άλλο χέρι της κάτω από το μαξιλάρι , να με φιλάει με δύναμη στα χείλη και να μου λέει σιγανά, <<έλα αγάπη μου, σκότωσε με και σκοτώσου>>. Από την μια μεριά ,ηδονιζόμουν με την πράξη, από την άλλη, ένα ένστικτο κινδυνου στα λόγια της με έκανε να φοβηθώ και να ανατριχιάσω. Γιατί να σκοτωθώ, σκέφτηκα, ήταν γελασμένη να πιστεύει πως θα αυτοκτονούσα για τον χαμό της, πάντα ήμουν λογικός και δεν επέτρεπα στα πάθη μου να την σαμποτάρουν. Όμως τώρα, βίωνα κυριολεκτικά όλα τα πάθη μου δεμένα σε ένα, έπρεπε να την δω να πεθαίνει για να νιώσω όλα αυτά που ποτέ δεν είχα ζήσει ως τότε, έτσι αισθανόμουν, στο κάτω κάτω, σκεφτόμουν, εκείνη διάλεξε να πεθάνει.. Την στιγμή που τράβηξα την σκανδάλη άκουσα δυο χτύπους. ήταν δυο κρότοι, πρόλαβα να κοιτάξω την λίμνη του αίματος να σχηματίζεται επάνω στο λευκό σεντόνι σαν πίνακας γύρω της και την άκουσα να λέει<<σκότωσε με και σκοτώσου>>, την ίδια στιγμή έκλεισε τα μάτια της για πάντα ενώ ένα παγωμένο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της. Την ίδια στιγμή, κάτι καυτό με έκανε να χτυπιέμαι από πόνο στην κοιλιά μου, κάτι καυτό μου έσκιζε τα σπλάχνα, κοίταξα και τότε είδα το δεύτερο περίστροφο που κρατούσε, αυτό που είχε κρύψει με τόση επιτυχία κάτω από το μαξιλάρι, αυτό ακριβώς χρησιμοποίησε ταυτόχρονα με το δικό μου. Με δυο χέρια είχε σκοτώσει δυο ανθρώπους. Από γκέισα είχε μεταλλαχτεί σε άνθρωπο που έδρασε απίστευτα. Καθώς κατάπινα αίμα, ένιωσα να μπαίνω με τρομερή ταχύτητα σε ένα τούνελ με απίστευτα χρώματα, όμως επειδή ήμουν άνθρωπος της Δύσης ήξερα πως απλά πέθαινα, κι αυτό που έβλεπα ήταν οι τελευταίες ορμόνες που έβγαιναν από τον εγκέφαλο μου, εκεί έσβησα κρατώντας το χέρι της, λευκό σαν κρίνος και βαμμένο με αίμα..και των δυο μας... -Σκότωσε με και σκοτώσου- υγ.το προσχέδιο ενός σκορπιού

Είχε κλειστά τα μάτια του, προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς του έλεγε η καρδιά του, να ακούσει, να καταλάβει τι συνέβη. Στην άλλη άκρη της πόλης, το ίδιο έκανε κι εκείνη. Και την ίδια στιγμή κόσμοι παράλληλοι σε προέκταση, οι δικοί τους κόσμοι ενώνονταν επάνω σε μια γραμμή . Επάνω στην γραμμή αυτή ,ακροβάτες σκότωναν τα σαράκια των γελοίων ερώτων, της ανάξιας αγάπης. Κι έπειτα άνοιξαν την κουρτίνα της αντίληψης και μπροστά στον άντρα και την γυναίκα φανερώθηκαν με όλες τους τις ιδιότητες, ένα φιλί, μάτια, στόμα, μύτη, χέρια, μια ένωση που είχε μυστικότητα, λεξεις χωρίς κίνητρα, και δυο ζώα βημάτιζαν ασθμαίνοντας πάνω κάτω στο δωμάτιο. Έβγαζαν φωτιές από την γλώσσα τους, η αναμονή η ερωτική δυνάμωνε την επιθυμία.. αυτόν τον έλεγαν Βάσια κι ήταν από μια Στέπα Ρώσικη, αυτήν την έλεγαν Σοντέκο, και ήταν μια λευκή γκέισα.. -Ερωτικό

Βυθίζομαι και ανατέλλω, με την ντροπαλότητα των ονειροπόλων, μέσα στα φεγγάρια, θρέφω ανέμους με το αίμα μου, κάθε ημέρα ανήκει στο χάος, οι θεωρίες των εξισώσεων που αποδεικνύουν την αρχή του χρόνου, τερματίζουν σαν καλούνται να αποδείξουν τι ακριβώς είναι ο άνθρωπος. Γιατί κανείς ακριβώς δεν ξέρει, από που πηγάζουν, όλες του οι ιδιότητες, η καχυποψία για την ομορφιά τρέφει τα τέρατα, αυτά που ονομάζονται άνθρωποι , αυτά τα πλάσματα που υποτίθεται ξεχωρίζουν από τα ζώα γιατί σκέφτονται, όμως τούτο δεν ξέρουν,] να αγαπούν και να αισθάνονται... Βυθίζομαι και ανατέλλω, πατάω στις μαύρες τρύπες και μετράω τις μέρες, μέρες που δύσκολα μπορείς να πεις πως καλείσαι να λάβεις μέρος σε αυτό που μάθαμε να λέμε ευτυχία, θα μπορούσες και να σκεφτείς πως ευτυχία είναι η αποσύνθεση της λύπης, μα δεν μπορείς έτσι απλοικά να το ισχυριστείς, βλέπεις το ζώο που λέγεται άνθρωπος έχει μάθει να σκέφτεται σύνθετα, γι αυτό η ευτυχία ανήκει στα ζώα, γι αυτό ο πλανήτης μικραίνει επικίνδυνα. Λάβετε , φάγετε, τούτο θα πει, σαρώστε θύελλες, σκορπίστε ανέμους.. Εγώ από εδώ θα ταίζω τον Προμηθέα με το αίμα και το νερό μου, τούτα τα λίγα που μου αναλογούν όπως σε κάθε ζωντανό πλάσμα. Βυθίζομαι και ανατέλλω, έτσι αποφεύγω να αρρωστήσω από νεκροφάνεια, ασθένεια απολύτως υπαρκτή στις ημέρες μας... -Μενεξέδες

Πάντα θυμόταν το γέλιο του, σαν μια αλητεία, κρεμασμένη σαν χρυσόμυγα, ,στην άκρη των χειλιών του. Και τα μάτια του, σπηλιές ,που κοιμόντουσαν και ξύπναγαν τα θηρία. Τα φιλιά του, διέσχισαν τους καιρούς της, σε ένα μισοκρυμμένο μπαρ από την κίνηση, εκεί, εκεί ακριβώς, λευτερώθηκαν οι άγριες πεταλούδες της κοιλιάς της. Εκεί ακριβώς και κάτω από έναν υγρό ουρανό αντάλλαξαν το σάλιο τους, σαν να ήταν το τελευταίο τους, που στόλιζε τα φιλιά τους.. Κάτι φώναζε επειγόντως, μια ανάγκη στην εσοχή του χρόνου, κάτι φώναζε στην εσοχή της καρδιάς της, ένα βρέφος με φτερά να κυματίζει πάνω τους, με πύρινες γλώσσες έκρωζε τον έρωτα, αυτόν που ασίγαστα ταίζει την χολή και την καρδιά, τον ταίζεις πανσέδες, σε ταίζει θειάφι, ήξερε πως ποτέ δεν θα τον ξαναέβλεπε, αλλά αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο να του δώσει ένα πολύτιμο κομμάτι της. Τον θυμάται, και 'οταν τον θυμάται,πάντα αίμα καταπίνει σαν τους φθυσικούς, κι ένα γεράκι την κοιτάζει και την ρωτάει <<μα γιατί; γιατί>>; Μόνο εκείνη ξέρει την απάντηση, γιατί ο άνθρωπος χωρίς τον μεγάλο έρωτα ένα σκουλήκι είναι, γυρίζει γύρω από φέρετρα και τραγουδάει για θανάτους.. Πάντα θυμόταν το γέλιο του, και τα χέρια του που έκαιγαν, σαν φωτιές και γεμάτα θέλγητρα.. -Απολύτως ερωτικό

Δεν υπήρχε χρονολογική σειρά στα γεγονότα. Κανένα γεγονός δεν υποσχόταν τραγωδίες, κανένα γεγονός δεν υποσχόταν τίποτε άλλο, εκτός του ασπρόμαυρου αντιγράφου του, στον χρόνο. Μα όλα έπαψαν να συμβαίνουν έτσι, όταν ένα γαλάζιο πορτρέτο ξεκόλλησε από τον χρόνο και ήρθε πέφτοντας μπροστά της. Εκείνη έπινε ρακή με σταυρωμένες γάμπες, έπινε ρακή κερνώντας τους άντρες υποσχέσεις σάρκας , όχι άκομψα, ούτε επηρμένα,έπινε ρακή όταν τα μάτια της βυθίστηκαν στο γαλάζιο πορτρέτο΄, μέσα στο γαλάζιο κάδρο, μπλε μάτια ησύχαζαν έριδες μα τάιζαν και δαιμόνους, δαιμόνους από την πιο μυστική πόλη της Ανατολίας.. Μια γαλάζια θάλασσα κορύφωνε την εισβολή της μέσα στο κροταφιαίο της οστό, τα μπλε μάτια δυνάμωναν την πάλη μέσα της, ήθελε ξαφνικά να αφεθεί μέσα στο κάδρο, αφέθηκε επίπονα και σπαράζοντας, όταν μπήκε στο κάδρο, κανείς από τους άντρες δεν είδε, μια γυναίκα κι ένας άντρας να φιλούνται, κανείς δεν μυρίστηκε μια υπόσχεση αγιότητας και υπέρλαμπρης αμαρτίας, κανείς δεν αντιλήφθηκε τίποτε άλλο εκτός από τα σπασμένα τζάμια.. Και το ποτήρι της ρακής μισό.. Δεν υπήρξε χρονολογική σειρά στο γεγονός αυτό,\ ο χρόνος έμεινε ακίνητος για να εξαντλήσουν τα όρια τους, σαν γυναίκα και σαν άντρας... Μα χωρίς όρια πια χανόντουσαν στα βάθη των αιώνων, έτσι για να μιλήσουν για τον έρωτα σαν ημίθεοι και σαν καταραμένοι... -Το ένδοξο πορτρέτο

Ο Ναγκίσα και η Γιοσίρο ,΄΄ηταν μέσα σε ένα άδειο βαγόνι, το τρένο τσουλούσε αργά επάνω στις γραμμές του ,ενώ χιονιένιες νιφάδες έπεφταν έξω από το παράθυρο. Είχαν μια ένταση μεταξύ τους, η Γιοσίρο ξέχναγε συχνά τον εγωισμό του και την ξεροκεφαλιά του και του μίλαγε ανοιχτά για τους επίδοξους κοκόρους που περνούσαν έξω από το σπίτι της, είχε ανάγκη να το κάνει αυτό για να τον φέρει μέσα στην πραγματικότητα της καθημερινότητας της, όμως εκείνος, εκείνος τα έπαιρνε αλλιώς. Δεν μιλούσαν, υπήρχε μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα όταν έσπασε εκείνη την σιωπή. <<Εγώ ψάχνω την ομορφιά και την μαγεία, νόμιζα πως ήθελες να είσαι μέρος της>>, του είπε και μια λύπη φώλιασε στα μάτια της. <<Όταν μου μιλάς για άλλους είναι σαν να με συγκρίνεις μαζί τους, έτσι μου αφαιρείς τα κομμάτια της μαγείας και της ομορφιάς που με συνδέουν μαζί σου, πίστευα πως θα το καταλάβαινες>>, της απάντησε και κοίταξε επίτηδες έξω από το παράθυρο. Η Γιοσίρο ήρθε κοντά του, μια ένταση άρχισε να απλώνεται παντού. Καθώς τον ακούμπησε, καθισμένη δίπλα του, ένα μικρό ζεστό κύμα φώλιασε χαμηλά στην κοιλιά της, το δέρμα της άρχισε να ανοίγει σαν λουλούδι που ανοίγει τα πέταλα του, εκείνος το ένιωσε , άρχισε να διψάει για το σώμα της, άρχισε να πονάει από την επιθυμία. <<Άγγιξε με>>, της είπε και πήρε το μικρό της χέρι, πρώτα το ακούμπησε στην καρδιά του κι ύστερα στον καβάλο του. <<Οι λέξεις, κάποιες φορές είναι σαν παραστράτημα σε έναν γλιστερό δρόμο, μας μπερδεύουν και μας πληγώνουν>>, του είπε και έπιασε το χέρι του και το έκλεισε μέσα στο δικό της. Τώρα άρχισαν να νιώθουν σαν δυο άλογα που το είχαν σκάσει από έναν σκληρό ιππόδρομο και έτρεχαν σε μια ηλιόφωτη κοιλάδα. Άνοιξε την τσάντα της και φόρεσε το κόκκινο κιμονό της, εκείνος γδύθηκε και τυλίχτηκαν μέσα σε μια κουβέρτα. Μυρίστηκαν σαν σκύλοι που έκαναν γνωριμία λίγης ώρας. Έπεσαν επάνω ο ένας στον άλλον και η λαγνεία άρχισε το παιχνίδι της μέθης. <<Δεν μπορώ να ξεχασω πως είσαι γκέισα>>, της ψιθύρισε μέσα στα μαλλιά της. <<Ναι, αλλά είμαι μια λευκή γκέισα και είμαι δική σου>>, του είπε και αφέθηκε επάνω του και μέσα του. Ο πυρετός διέτρεξε την σπονδυλική στήλη , κόκκινα φιλιά υπνώτιζαν το βαγόνι και σιγά σιγά άρχιζαν να βγαίνουν από το σώμα τους.. Οι πτήσεις ήταν αργές και ηδονικές.. Ίσως την ίδια ηδονή που κουβαλάει ένα φίδι σαν αλλάζει το δέρμα του. Ο έρωτας είναι το να φοράς ένα άλλο δέρμα, αυτό το ήξεραν κι οι δυό. Ε[πιπλέον ήταν τίμιοι παίχτες. Και βάθαιναν την μεταμόρφωση τους ακόμη περισσότερο αλλά με αργόσυρτους ρυθμούς.. Σαν το μυρμήγκι που κουβαλάει το σπίτι στην πλάτη του, το ίδιο αργά και σταθερά.. - Η βραδύτητα της μεταμόρφωσης

Τον πρώτο θάνατο ,τον διδάχτηκες χωρίς ιεροτελεστίες, στα πέντε σου χρόνια, από τότε ξεμπέρδεψες με την αθωότητα της παιδικής ηλικίας και την αναζήτησες μετά, στα επείγοντα, στην ηλικία των είκοσι. Κάπου εκεί, ξεμπέρδεψες και με τις ηλικίες. Μόνο ο χρόνος φώλιαζε στις πέτρες σαν σαύρα, σε κοιτούσε, και τότε πήρες την απόφαση, να αφεθείς στην διδασκαλία ενός αηδονιού. Εκείνο το αηδόνι ήξερε πολύ καλά να περιγράφει τον θάνατο και τον έρωτα στο κελάηδημα του, το ανακήρυξες προσωπικό σου μύστη. Ένα αηδόνι λοιπόν στάθηκε η αιτία να ασχοληθείς με την μαγεία , την μαγεία που περιγράφουν ποιητές- σαμάνοι, την μαγεία της φύσης και της ζωής. Αποθήκευσες νοερά κωδικούς και τους έκρυψες στις πέτρες, από εκεί που ήρθες. Στο νοσοκομείο που γεννήθηκες οι πέτρες αυτές ταξίδεψαν και τριγύρισαν στο κρεβάτι σου, εκεί σε πρωτοφύλαξαν γιατί ήξεραν πως χρειάζεσαι βοήθεια να μην πεθάνεις πρόωρα. Ήταν γιατί μια γριά φόνισσα παραφύλαξε στην γέννα σου και σου ευχήθηκε για να εκδικηθεί την μητέρα σου να σου δώσει ο θεός όσα μπορείς να αντέξεις.. Μα οι κατάρες δεν έχουν τόση δύναμη μπροστά στο θαύμα της αγάπης.. Γεύτηκες πολλούς θανάτους, χώμα, αίμα, κι αλάτι στο στόμα. Η βαλίτσα σου είναι πάντα έτοιμη για τα κοιμητήρια. Εκεί μέσα φύλαξες όλα τα πολύτιμα και έτσι πορεύεσαι, κάποτε είναι η ελπίδα, κάποτε είναι η αγάπη, κάποτε είναι η γνώση, κάποτε είναι η ευγνωμοσύνη και κάποτε οι μεγάλες θετικές εκπλήξεις.. Ο κόσμος συστέλλεται και διαστέλλεται μέσα στην μήτρα του. Κάθε ανοιχτή μήτρα είναι η μητέρα του άγνωστου θεού. Ένα αγωνιώδες μέτωπο σε κοιτά πάντα. Κι εσύ φοράς τα μάτια του κόσμου για να το δεις, να το νιώσεις, να εκπαιδευτείς, όσο ο άνθρωπος ζει, οφείλει να εκπαιδεύεται να ζει, για να λέγεται άνθρωπος.. Το σκοτάδι ελάφρυνε, να είσαι καλά εκεί, στις αρχαίες πέτρες.. Τις πέτρες σου αγάπησα και εκείνο το αηδόνι.. -Μετάξι και πέτρες- υγ, είναι άδικο και λίγο, να πιστεύει κάποιος πως αυτός που γράφει αυτοβιογραφείται...επίσης είναι σαφές πως είναι κουτό

Η Κίκου ,επέμενε ,πως θυμόταν πράγματα πριν την γέννηση της, θυμόταν τον πατέρα της να σιγοτραγουδάει επάνω από την κοιλιά της μητέρας της, θυμόταν καθαρά τα ερωτόλογα τους καθώς ο πατέρας της έγερνε πίσω από την μήτρα της μητέρας.. Αυτό την σημάδεψε καθαρά και στα χρόνια που ακολούθησαν ,έγινε η ιέρεια του έρωτα. Αφοσιώθηκε σε αυτόν με την πίστη ενός μοναχού, με τις τελετουργίες ενός σαμάνου, με την επιθυμία όλων των γυναικών μαζί. Η Κίκου, όταν τον γνώρισε πέρασε από πολλά στάδια, στην αρχή τον θαύμασε για όλα αυτά που έκρυβαν τα μάτια του, μάτια της θάλασσας, έπειτα τον μίσησε γιατί εξαφανίστηκε για μερικές ημέρες κι αυτό στάθηκε η αιτία να δηλητηριαστεί η καρδιά της και να χτυπάει τα βράδια πένθιμα. Σκέφτηκε για να τον ξεχάσει να δοθεί σε έναν εραστή , τον οποιονδήποτε ,έτσι για την δυνατότητα της λήθης. Μα δεν έκανε κάτι άλλο εκτός από το να κοιτάζει ένα δέντρο έξω από το κόκκινο παράθυρο του δωματίου της και να στάζει δάκρυα και λύπη.. Έπειτα τον είδε ξαφνικά μπροστά της, είχε πάει σε μια θεατρική παράσταση και κάτι την έκανε να κοιτάξει προς ένα σημείο, τον είδε και χαρά ήρθε και κολύμπησε στα κύτταρα της, ήταν επειδή βεβαιώθηκε πως ήταν ζωντανός.. Εκείνος, φάνηκε ξανά στον ορίζοντα της, λύνοντας τους κόμπους, διεκδίκησε με θάρρος και θράσος την παρουσία της. Εκείνη λάτρευε το θάρρος και συμπαθούσε ανάλογα των περιστάσεων το θράσος... Εστίασε στα μάτια του, στο στήθος του, το πηγούνι του, στο στόμα του, στα χέρια του, στους ώμους του, όλα της έφερναν αλλεπάλληλα κύματα επιθυμίας και συμπάθειας. Δεν μπορούσε να δοθεί εξάλλου σε κάποιον που απλά επιθυμούσε. ΜΈρα με την ημέρα ,του έγραφε γράμματα επάνω σε ριζόχαρτα, του τα άφηνε κάτω από την πόρτα του κι αυτός τα διάβαζε με ασίγαστο πα΄θος. Στο τελευταίο της γράμμα διάβασε καθαρά μια σημείωση με τον τίτλο <<το ιντερλούδιο της αμαρτίας>>, 'ηταν καθαρά για εκείνον. ΠΡιν του δοθεί ολοκληρωτικά σαν γυναίκα του έφτιαξε εικόνες. Μέσα σε αυτές τις εικόνες η ερωτική προσμονή ύφαινε υγρούς τόπους, ερωδιοί κατέβαιναν στα πόδια τους, στο λουτρό ψάρια πολύχρωμα κολύμπαγαν δίπλα τους, μέσα στην γεμάτη μπανιέρα, γάτες νιαούριζαν την νύχτα μέσα στο πάπλωμα τους.. Η Κίκου ήξερε πως ο έρωτας δεν ήταν κάτι απλό, αυτό του έδινε να καταλάβει επικοινωνώντας του, τον μαγικό κόσμο που έκρυβε μέσα της.. Εκείνος είχε βουρκώσει πολλές φορές, όπως κι εκείνη καθώς του έγραφε εικόνες.. Οι εικόνες αυτές ήταν σαν λίπασμα στην γη του έρωτα τους. Ήταν σαν ένας υπόγειος κόσμος να περνάει από μέσα τους.. Η αναμονή αυτή είχε φυσικά κι οδύνη, όμως εκείνος δεν της φανέρωνε παρά μόνο τον πόθο του για την ηδονή, αυτό τον παρουσίαζε στα μάτια της σαν αγρίμι και σαν αθώο. Τον ονόμασε λοιπόν έτσι, <<Το ιντερλούδιο της αμαρτίας>>

Η Άνοιξη ήταν θολή, κάπου στο βάθος του ουρανού παιάνιζαν φούξια φρέζιες, όμως η Άνοιξη κοιμόταν, ακολουθούσε την ρότα του κόσμου σε αδράνεια,, είχε σφραγισμένα τα μάτια της και κανένα θρόισμα δεν ακουγόταν από το χρωματιστό της φόρεμα, μόνο μια υποψία της υπήρχε σαν αιώρηση. ..........Ένας σκύλος λευκός, φάνηκε στην έρημη παραλία, γαύγισε δυνατά και κοιτούσε συνέχεια μια βάρκα που βρισκόταν στην βρεγμένη άμμο, είχε μια μικρή σκαλίτσα στο πλαι της κι ήταν βαμμένη κόκκινη . Μια γυναίκα κι ένας άντρας ήταν καθισμένοι στην πλώρη, γλάροι πετούσαν δεξιά αριστερά τους, ο άντρας φώναξε δυνατά στον σκύλο να φύγει, αυτός υπάκουσε με κατεβασμένα αυτιά και καθώς έφευγε τους έριξε μια τελευταία πληγωμένη ματιά. ...........<<<<<>>>>>>>>........ Ο άντρας πέρασε το χέρι του στους μηρούς της γυναίκας ,χαιδεύοντας απαλά την βελούδινη επιφάνεια τους, εκείνη αναστέναξε βαθιά και ξάπλωσε κοιτώντας τον ουρανό, σύννεφα μαζεύονταν στο βάθος του ορίζοντα, μια μελένια ουσία χύθηκε στο αίμα της από τα χάδια του που είχαν πια καταλάβει ολόκληρο το σώμα της. <<Δεν θα σου δοθώ, θέλω απλά να με εξερευνήσεις>>, του είπε με την φωνή βραχνή και δύσκαμπτη. <<Κι εγώ αυτό θέλω>>, της είπε και συνέχισε φτάνοντας στο στήθος της, φίλησε τον λαιμό της κι έμεινε εκεί σαν επιτηρητής ακούγοντας την ανάσα της να προσπαθεί να δραπετεύσει από την στενότητα της σάρκας.. <<Γιατί τώρα; Τόσον καιρό με βλέπεις να πηγαινοέρχομαι στην δουλειά σου και ποτέ δεν μου είπες τίποτε, ποτέ δεν μου έδειξες ότι με θέλεις>>. <<Μην ρωτάς, δεν ξέρω, ίσως τώρα να είναι η συναστρία μας>>, της είπε και έπιασε στα χέρια του το πρόσωπο της, κοίταξε βαθιά τα μάτια της κι έντονες ριπές φωτιάς ήρθαν κι έμειναν στην κοιλιά του. Μια αστραπή φάνηκε στο βάθος κι έσκισε την θάλασσα διαπερνώντας την απαλά. <<Πέρασα πολύ καιρό, ψάχνοντας κάτω από τόσα αρσενικά ασπόνδυλα έναν άντρα>>, μουρμούρισε κι έμεινε στα μάτια του. Λεπτές σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν επάνω τους. Την αγκάλιασε και της πρότεινε να πάνε να πιούνε κρασί σε μια διπλανή ταβέρνα εκεί κοντά. Πήγαν ξυπόλητοι, ο πόθος πάντα ξύπνιος τους έγδερνε τον λαιμό και το σώμα. Ήπιαν πολύ, έπιναν κι έτρωγαν φρούτα της θάλασσας και άκουγαν λαικά. Η Ρίτα παιάνιζε εμβατήρια της καρδιάς μαζί με την Πόλυ, το κοντινό τους παρελθόν έμοιαζε σαν μια γοργόνα ντυμένη στα μαύρα που πνιγόταν στην μέση της θάλασσας.. Η γυναίκα σηκώθηκε κι άρχισε να χορεύει τον χορό για τους άντρες,,έτσι συνηθίζεται να λέγεται, ήξερε όμως φαινόταν καθαρά να τον υποστηρίξει με την παρουσία της και τα βήματα της.. Η βροχή είχε γίνει πια πολύ δυνατή, το νερό σφράγιζε τα πεινασμένα στόματα της γης κι ίσως ετοιμαζόταν να δεχτεί την Άνοιξη. Ο άντρας δεν άφηνε τα μάτια του από επάνω της.....<<<<<>>>>>>> Όταν ήρθε και κάθισε διπλα του της έπιασε το χέρι και το σφράγισε μέσα στο δικό του. Είχε πολύ καιρό να νιώσει τέτοια δύναμη από ένα ανθρώπινο πλάσμα.. <<Σε ξέρω, σε ξέρω πιο πριν,όμως μου αρέσει να σε εξερευνήσω για καιρό>>. Εκείνη τότε σκέφτηκε ότι εκτός των άλλων, άντρας ,είναι αυτός που μιλάει όταν χρειάζεται και λέει αυτά που αρκούν στην περίσταση, είχε πολύ κουραστεί από ηλίθιους φαφλατάδες και παιδιά της μάνας τους, ανόητα παιδάρια σε σώμα αντρικό.. Κάτι γέμισε μέσα της.. Τα μάτια της έλαμψαν, το δέρμα της σαν να ακολούθησε αυτήν την λάμψη, από τις ελάχιστες φορές της ζωής της που ένιωσε πως ήθελε να αφεθεί σε έναν άντρα. Εκείνος πλήρωσε και σηκώθηκαν ενώ πίσω τους η Τζένη γινόταν σκλάβα για κάποιον που σίγουρα τραγουδούσε για εκείνον.. ........Έτρεξαν στην βρεγμένη άμμο και λίγο μετά αυτός την έριξε μαλακά κάτω. <<Τι ζώο ήθελες να είσαι>>:την ρώτησε και τα μάτια του έμοιαζαν κάρβουνα. <<Γάτα, ίσως και άλογο>>, πρόλαβε να του πει ενώ εκείνος΄ την είχε ακινητοποιήσει με το βάρος του.. <<Εγώ διψασμένος αρκούδος>>, της είπε . Είχαν γίνει κι οι δυο μούσκεμα, ωστόσο ένα παράξενο παιχνίδι άρχιζε τώρα μεταξύ τους. Δεν ήταν μια απλή διέγερση, ήταν αυτό που έχει μέσα του ο έρωτας, ατέλειωτους μικρούς θανάτους.. -Μια παραλία που ζητά την Άνοιξη

Υπόκλιση καμία ,στους μοιρολάτρες, τους φοβισμένους γείτονες, τους δυνάστες μιας αταίριαστης γενιάς στην νεότητα, στις στολές, στους περαστικούς θαμώνες που παίζουν ζάρια για να κρύψουν τα ρυπαρά τους ένστικτα, τις επιδερμικές σχέσεις που καταλήγουν στον υπόνομο, στους διεφθαρμένους της εξουσίας, όποιας εξουσίας, στους εραστές που δεν ένιωσαν τον κρότο της ηδονής, υπόκλιση καμία στους βαρετούς συνωμότες της μοναξιάς, τους φορώντας ενδύματα καθαρά χωρίς συνείδηση, τους βασιλιάδες που μηρυκάζουν σαν κατσίκες μέσα σε παλάτια που η ανία είναι κάδρο και πορτρέτο τους, υπόκλιση καμία, σε αυτούς που φθονούν την ομορφιά και δεν κάνουν καμιά προσπάθεια να βρουν τα στίγματα της μέσα τους, σε αυτούς που διακοσμούν τις βιβλιοθήκες με ποίηση χωρίς να νιώθουν πως έχουν αίμα, στους αχάριστους και στα κτήνη που υποσκάπτουν ζητήματα δικαίου, υπόκλιση στον έρωτα, στον άνθρωπο και στον θάνατο μονάχα, αυτούς που δεν ξοδεύονται έτσι αχόρταγα και λαίμαργα στον χρόνο, σε αυτούς, που τις παλιές αυτοκρατορίες των αισθήσεων του κόσμου, τις κουβαλούν σαν πυξίδες μέσα τους, χωρίς πρέπει , χωρίς νοσταλγία για τις αφιλόξενες μήτρες και τους φαλλούς που δεν ένιωσαν το υγρό πυρ να πέφτει σαν κομήτης, όλες τις υποκλίσεις, τις χαρίζω στον βωμό της ομορφιάς του κόσμου που υπάρχει σαν κόκκος άμμου μέσα μας, το σύμπαν βρίσκεται σαν αντανάκλαση εντός μας, αλλά θέλει γενναιότητα και αγνότητα για να το αντιληφθείς.. -Το μανιφέστο της Άνοιξης

Θέλω να περιπλανηθώ πάλι, να δω την τίγρη στα μάτια χωρίς ντροπή για την δύναμη της, να απολαύσω την σαφήνεια των σχημάτων της φύσης, να φτιάξω ένα καστρόσπιτο στην άμμο, να δω τους ταξιδιώτες της λύπης να μιλούν με τις φαντασιώσεις τους. Πόσο ακριβή είναι η ζωή στην αλήθεια της, πόσο ακριβής στα απεγνωσμένα γεμάτα πίκρα και γλύκα στις προθήκες της.... Έχω βρει ξανά την ανάγκη να περπατήσω στο ήσυχο κοιμητήριο που κοιμάται ο Ροδόπουλος με τον Γιούγκερμαν, να καθίσω στο μάρμαρο και να του πω φωναχτά πόσο δίκιο έχει για την αχρηστία της λέξης πρέπει.. Να μιλήσω στον Χαλεπά για την χαμένη του αγάπη που έγινε σύμβολο και κτέρισμα στον θρίαμβο της αγάπης. Να μπω σε μια βάρκα χωρίς κουπιά και να μυρίσω το ιώδιο με το αγέρι, να πιάσω την θάλασσα στα δάχτυλα μου και να της μιλήσω για την θετική της επίδραση επάνω μου και μέσα μου, να της διηγηθώ τις μνημες μου στην υδάτινη ζωή μου, να της διηγηθώ ιστορίες με άκαρδους και ανθρώπους από μετάξι, να της μιλήσω για μπαρ και σουφραζέτες, και ναύτες χωρίς όρια, για μύστες και ιστορικούς του μέλλοντος, αποτυχημένους στην αποτίμηση του ανθρώπινου είδους αφού δεν λαμβάνουν υπόψη στην μελέτη τους το παρελθόν... Θέλω να βάλω όλα τα θέλω μου σε μια αταξία, να κυκλωθώ μέσα τους σε έναν χορό κατακόκκινο, να κλείσω πίσω μου την κερκόπορτα με τα τέρατα, να τους πω καλά τραφήκατε ως τώρα από την παθητική σιωπή μου, μα τώρα να, εμπρός μου ξετυλίχτηκε το σκοτάδι, πέρασα μέρες που έζησα την ανάσα του θανάτου στο πλάι μου, μα τις πέρασα, τώρα θα ξοδιαστώ αλόγιστα στον ήλιο, θα λυγίσω το κλαδί της ελιάς και θα σε ραπίσω όπου πρέπει, έτσι, γιατί είναι γενναίο να δείχνεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να του δείχνεις τα λάθη σου και τα φριχτά ελαττώματα μα εξίσου γενναίο είναι να στέλνεις στον διάολο όποιον χρειάζεται, όποιον σου κρύβει τον ήλιο... Εδώ είμαι, να κοιτώ τα προμηνύματα της αθωότητας, τίποτε δεν με νοιάζει πιο πολύ , να ξαναγεννιέμαι- ώσπου να σβήσω εντελώς από τις στάχτες μου- και να είμαι το ίδιο πάλι, το ίδιο αθώα και άνευ προθέσεων, ζω σε έναν τόπο που ο ήλιος είναι αρκετός για όλον τον πλανήτη... Ζω όχι από λάθος, ζω γιατί αυτοί που με έφτιαξαν είχαν πολύ έρωτα μεταξύ τους.. -Ίαση
Mπήκε μαζί της στο τρένο, κάθισε δίπλα της ευλογώντας την τύχη του, που η θέση ήταν άδεια. Μύρισε το άρωμα της και συγκέντρωσε την ακοή του στην ανάσα της. Άκουγε καθαρά την αναπνοή της να βγαίνει σαν ψίθυρος ενός πουλιού. Στο μεταξύ ,μαζί με το ανατολίτικο άρωμα της σε κάθε απότομη κίνηση του τρένου ,απολάμβανε το ανεπαίσθητο άγγιγμα του κορμιού της. Οι αστράγαλοι της ήταν δεμένοι μεταξύ τους σταυρωτά και τα μακριά κόκκινα μαλλιά της πότε πότε τον χάιδευαν στο πρόσωπο. Ήταν ολόκληρη μια χίμαιρα, κάθε τι δικό της,ανέδυε κάτι ανεπιτήδευτα περίπλοκο και αέρινο. Μια σαγήνη τον υπέταξε ξαφνικά στο άρμα της και δεν μπόρεσε να κρατήσει άλλο τον εαυτό του, της μίλησε κάνοντας την να γυρίσει τα υπέροχα τεράστια μελιά μάτια της καταπάνω του σαν ριπές ενός καυτού αέρα, κάπως έκπληκτη αλλά γλυκιά. <<Είστε αφάνταστα γοητευτική, θα μπορούσα να περπατήσω μαζί σας ως εκεί που θα πάτε; Θα σας μιλάω, θα σας περιγράφω τα αισθήματα που μου γέννησε η όψη σας>>.. <<Με αυτόν τον τρόπο προσεγγίζετε τις γυναίκες πάντα; Ξέρω, ακούγομαι κοινότοπη αλλά δεν μπορεί να ισχύει αυτός ο τρόπος μόνο για εμένα>>. <<Αν σας βεβαίωνα πως ισχύει μόνο για εσάς θα με πιστεύατε>>; της είπε και χαμογέλασε. <<Δεν ξέρω γιατί, αλλά θα σας πίστευα>>. <<Αυτό είναι θαυμάσιο, σας παρακαλώ, να τολμήσω να σας προτείνω να πιούμε ένα ποτό μαζί; Είναι οκτώ η ώρα και το μπαράκι που ξέρω ανοίγει τώρα, εκεί θα απολαύσουμε καθαρό ποτό και θα πούμε τι μουσική προτιμούμε στον ιδιοκτήτη>>. Την κοιτούσε και η καρδιά του κόντευε να σπάσει περιμένοντας την απάντηση της.. <<Πάμε, γιατί όχι; Μοιάζει σαν να μην κατοικείτε σε αυτόν τον κόσμο, έχετε μια ευγένεια που δείχνει φυσική κι αυτόφωτη, επιπλέον θα χαρώ να σας ακούω να μιλάτε και να ακούμε ότι επιθυμεί η καρδιά μας σαν μουσική παρέα>>, έτσι του είπε και σηκώθηκε μαζί του. Τον παρατήρησε προσεκτικά. Ένα μικρό σημάδι στο μάγουλο και γκρίζοι κρόταφοι του έδιναν μια ιδιαίτερη αρσενική γοητεία, σκέφτηκε πως καιρό είχε να δει έναν άντρα που αποπνέει τόσο αρσενική παρουσία. Τα μάτια του ήταν σαν μαύρα αμύγδαλα, πικρές γραμμές χάιδευαν την κόρη των ματιών του, πικρές και γλυκές ενστάσεις στα ζητήματα της ζωής και του έρωτα, κατέληξε κοιτώντας τον. Μόλις κατέβηκαν από το τραίνο της έπιασε το χέρι και ανέβηκαν σε μια γέφυρα που από κάτω της έτρεχαν τα αυτοκίνητα κάνοντας θόρυβο και σπάζοντας την δικιά τους μυσταγωγία. <<Πως σε λένε>>; Τον ρώτησε κι ένοιωσε πολύ βαθιά της το άγγιγμα του χεριού του. Η αφή του ήταν σαν μικρά βάσανα.. <<Μάρτιο , με λένε, Μάρτιο>> της απάντησε και την έσφιξε επάνω του.. Τότε ο χρόνος σταμάτησε , οι περαστικοί έμειναν ακίνητοι, μια εικόνα που πάγωσε στον χρόνο.. Μόνο οι δυο τους κινούνταν, μυστικά, αέρινα και τελετουργικά... -Μάρτιος

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015


Στον κήπο μου με τις κερασιές, οι πεταλούδες υποφέρουν από ίλιγγο, αρνούνται να πετάξουν και στέκονται επάνω στα μαλλιά μιας γκέισας, την βλέπω να έρχεται στο μέρος μου και να φωνάζει, καθώς οι πεταλούδες πια μπαίνουν στο στόμα της, καθώς φράζουν τον λάρυγγα, άλλες πάλι ανακατεύουν τα σωθικά της, καθώς ανοίγει στο στόμα της μπαινοβγαίνουν οι πεταλούδες σαν πολύβουη μάζα από χρώμα, τότε είδα την γκέισα να κρατά τον λαιμό της και από τα μάτια της να βγαίνουν πεταλούδες, τότε ακριβώς, θυμήθηκα πως έναν αιώνα πριν ερωτεύτηκα τρελά έναν Ιάπωνα που έκανε μπροστά μου χαρακίρι, κι εκεί που έπεσε το αίμα του άνθισαν ζουμπούλια, εκεί την έσυρα την γκέισα και την έβαλα επάνω του, εκεί στάθηκα λίγο κι εγώ , ένιωσα λίγο πένθιμα για τον χαμό τους, μα ύστερα θυμήθηκα τις πεταλούδες, τις άφησα να μπουν μέσα μου, κι αμέσως πέταξα μαζί τους πάνω από την γκρίζα πόλη, ήταν μια πτήση απίστευτης ηδονής κι ελαφρότητας, τις νύχτες πιο πολύ πετώ, τις μέρες μου, κοιτάζω τον χρόνο να γίνεται συντρίμμια έξω από το θολό μου τζάμι, κι ο καθρέφτης μου κόλλησε στην εποχή που ζούσα παθιασμένα με τον Ιάπωνα, από όλους τους εραστές μου, αυτός ήταν ,ο πιο γενναίος, σχεδόν τότε αποσύρθηκα στον κήπο με τις κερασιές.. Σχεδόν τότε αγάπησα τον ίλιγγο, σχεδόν τότε παρουσιάστηκαν οι πεταλούδες επάνω στα ζουμπούλια.. -Ο ίλιγγος της πεταλούδας

Χίλια σαγόνια μασάνε με θόρυβο, η τροφή τους κατεβαίνει στο στομάχι όπως το νερό στις σωλήνες της αποχέτευσης, παρακολουθούν κάποιοι με αγωνία το ανιαρό παιχνίδι της τοξικότητας τους στην κακία και στην μικροπρέπεια. Κάθε μικροπρεπή που βρίσκαμε με την Μάρθα έξω από το δημοτικό σχολείο θέλαμε να του βγάλουμε την γλώσσα, ξέρεις καλά ,πως τα μικρά παιδιά αναγνωρίζουν όλες τις ανθρώπινες ιδιότητες. Κάθε κακία, με τους φίλους της παιδικής ηλικίας, την εξορίζαμε μακριά. Όχι, δεν επιτρέπαμε στο αγαπημένο μας παιχνίδι της μίμησης να μιμηθούμε ότι καταδικάζαμε, θα ήταν σαν να μολύναμε τους εαυτούς μας... Αν δούμε τα γεγονότα τώρα, θα ενταφιάσουμε πολλούς από αυτούς, καθώς θα τους δούμε να διδάσκουν στα Πανεπιστήμια με τον ίδιο τρόπο που σιχαίνονταν οι ίδιοι και καταδίκαζαν τους δικούς τους καθηγητές. Αν δούμε τα γεγονότα τώρα, πολλοί από αυτούς γράφουν ή μιλούν στα Μ.Μ.Ε., πράγμα διόλου ασήμαντο και διόλου σίγουρο για την πνευματική τους ανεξαρτησία και καθαρότητα .Πολλοί, ολότελα ασήμαντοι στην προσφορά της γραφής κάνουν κριτική για βιβλία σε μια βρομερή στήλη, το ίδιο κάνουν και κάποιοι που τον κινηματογράφο τον έχουν σαν επάγγελμα, είναι πλήρως αποστασιοποιημένοι από τον κόπο και την τέχνη του κινηματογράφου κι όμως γράφουν κριτικές για ταινίες βάζοντας αστέρια και επισημάνσεις.. Όλα έναντι ενός αντίτιμου... Fuck off.. Αυτοί δεν χρειάστηκαν ποτέ μια τσιγγάνα να τους πει την μοίρα τους, την μοίρα τους την καθόριζαν τα χαμόγελα κι οι συμβιβασμοί κάτω από το τραπέζι. Χίλια σαγόνια μασάνε με θόρυβο, η τροφή τους κατεβαίνει στο στομάχι όπως το νερό στις σωλήνες της αποχέτευσης... Οι περισσσότεροι από αυτούς , ακόμη κι αυτοί που συγγραφούν χρόνια, είναι μεγάλοι φαλλοκράτες, ψυχάκηδες, αντιερωτικοί και απίστευτα εκδικητικοί σε όποια ελαφίνα δεν τους <<κάτσει>>, μοιάζουν σαν φτηνά αντίγραφα κάποιων στελεχών σε πολυεθνικές εταιρείες.. Για πότε ανέβαζαν εύκολη και σκύλα μια γυναίκα με αντιστάσεις ήταν απίστευτο.. Το ίδιο φυσικά θα σου πω και για το αντίθετο, γυναίκες που θέλουν να πηδήξουν οπωσδήποτε έναν ελαφίνο, μόνο που αυτό συμβαίνει πιο πολύ στις μέρες μας λόγω του κακώς αναγνωσμένου φεμινισμού.. Κι είναι και τα ψώνια που τα ανεβάζουν κάποιοι και κάποιες που διαθέτουν μια ολότελα χαμηλή αυτοπεποίθηση, σε ένα εκδοτικό τραπέζι και μιλούν επί παντός επιστητού ..Πληρώνουν αδρά τις φιλοδοξίες τους.. Καημένοι και καημένες... Τα καημένα , τα χαμένα κορμιά στην μετάφραση... Δεν σου μίλησα για τους πολιτικούς, απλά περιμένω, σήμερα κα΄ποιος άνθρωπος πέθανε στις φυλακές Δομοκού, λόγω έλλειψης γιατρού... ..ποιός θα μιλήσει γι αυτό αλήθεια; Μακάρι να ξεβρόμιζε ο τόπος από αυτούς που σου ανέφερα πιο πάνω.. Αλλιώς; Fuck off.. Καληνύχτα Τζον Μποι, καληνύχτα Σου Έλεν, αυτός ο κόσμος Κεμάλ και να αναπτυχθεί η οικονομία του θα είναι το ίδιο απεχθής.. Θα είναι σκατά και ναι, δεν θα αλλάξει ποτέ... -Fuck off-
. Oι συναισθηματικές μας υποθέσεις αφορούν και την αισθητική μας αγωγή, σκέφτηκε η γυναίκα που της άρεσε να φοράει μαύρα, λευκά και κόκκινα ρούχα, δεν μπορείς να διασχίσεις την επιδερμίδα ενός άντρα που συμπεριφέρεται σαν κόκορας, ούτε σαν ιπποπόταμος, πολλά είναι τα ζητήματα της αισθητικής αγωγής, και περιζήτητα, όμως στα αζήτητα θα μπω, εκουσίως, αν τίποτε από τις αισθητικές απολαύσεις μου δεν συμπίπτουν με αισθηματικά ζητήματα. Αυτά σκέφτηκε και κοίταξε έναν άντρα που έμοιαζε με σκύλο. Τελικά εμείς μιμούμαστε τα ζωα ή εμείς αυτά αφού τα αιχμαλωτίσαμε και τα ημερέψαμε, σκέφτηκε και κοίταξε μια γυναίκα που έμοιαζε σαν κατσαρίδα.. (Δευτέρα των νεύρων

Γελάω, ξανά γελάω, θα μου πεις, γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος..το γνωρίζουμε αυτό, όπως και άλλα. Πως δεν ζήσαμε τον Διαφωτισμό, πως είμαστε τεμπέληδες, ηλίθιοι, ΄το μόνο που έμεινε από εμας, ήταν τα μπουζουκομάγαζα, και άλλα ευανάγνωστα ψυχογραφήματα από τους Ευρωπαίους, από την ειρηνική Γερμανία που η τόσο σωστά οργανωμένη κοινωνία της οδηγεί τους πολύ υγιείς συναισθηματικά κατοίκους της να έχουν οίκους ανοχής με ζωα για πολιτισμένους κτηνοβάτες, από την Ευρώπη που έγινε αριθμοί και η έπαρση της την οδηγεί σε μια ομαδική αυτοκτονία. Δεν θα μιλήσω για την μητέρα που αόρατα οδηγεί τους λαούς στους εμφύλιους και ο κάθε της αρχηγός είναι επιλογή των εταιρειών, ξέρουμε πως οι μαφιόζοι τώρα είναι οι πολυεθνικές, κάποτε ήταν άλλοι, αυτοί είναι, αυτοί με τις γραβάτες και τα πανάκριβα κουστούμια, και την ζωή την πέρναγαν μέσα στην κόκα για να αντέξουν στο τρέξιμο της διαφθοράς και των οργίων ..Οι τράπεζες και οι πολυεθνικές... Δεν ξέρω πόσο θα αντέξουμε, και αν, ξέρω μόνο πως φάνηκε στα πρόσωπα των ανθρώπων ξανά το φως της αξιοπρέπειας και της ελπίδας. Όλα εκείνα τα κτήνη με τις πανάκριβες λιμουζίνες και τις λίστες της ντροπής, μας είχαν ξεπεράσει στην αλληλουχία των γεγονότων. Όλα εκείνα τα απάνθρωπα κτήνη έκαναν επικύψεις, υποκλίσεις, όλοι αυτοί οι σωτήρες της χώρας, μας είχαν καταντήσει, να τρώμε τον θάνατο με το κουτάλι, στους δρόμους, στις αυτοκτονίες, στα νεαρά άτομα που έφυγαν μακριά για να ξεφύγουν από την κατάθλιψη της ανεργίας. Και από μήνα σε μήνα ανεβαίναμε και πετούσαμε και από μήνα σε μένα χρειαζόμασταν κι άλλο πακέτο σωτηρίας για να μην καταρρεύσουμε,λες και δεν καταρρέαμε κάθε ημέρα. Νιώθω πως ήρθε η ώρα των αλλαγών , αν όχι σε όλον τον πλανήτη, αλλά ναι, κάτι αλλάζει και χαίρομαι που ήρθε από εδώ.. Η Ευρώπη οφείλει να καταλάβει πως τα μέλη της δεν είναι ένα νούμερο που δεν βγαίνει, ένα πρόγραμμα που δεν έχει ξαναεφαρμοστεί πουθενά με τέτοιους ρυθμούς, επεμβαίνοντας στα πολιτικά ζητήματα, επεμβαίνοντας στο ως πότε θα ζήσουμε ή θα μας πεθάνουν. Ποιος από όλους μας θυμάται τον φαρμακοποιό που συμβολικά διάλεξε να αυτοκτονήσει απέναντι από την Βουλή; Κανένας.. Δεν μιλάω με συναίσθημα, μιλώ με λογική και παρατήρηση, μέσα σε αυτά χωρά , ναι χωράει ο τρόπος που θα πεθάνω στην τελική να είναι ο δικός μου τρόπος, δεν θα μου πουν αυτοί πως θα πεθάνω. Και ναι, ξέραμε από τους ποιητές την δύναμη του ναι και του όχι. Κανονικά κάθε ημέρα θα πρεπε να είμαστε στο Σύνταγμα κι όχι μόνο τον Φεβρουάριο. Τώρα να καταλάβουμε πως είμαστε αδέλφια κι όχι σύντροφοι.. Να δείξουμε με την παρουσία μας ,την ζωντανή ελπίδα πως πρέπει να αλλάξουν τα πράγματα, να δουν κι αυτοί που έχουν ήδη δεχτεί τις πρώτες μπουνιές πως πιστεύουμε πως πρέπει να αλλάξουν τα πράγματα και με την ζωντάνια της ανάσας μας δίπλα τους. Δεν υπάρχει χώρος για στρατόπεδα, εξάλλου αυτό γίνεται πάντα, αυτό το διαίρει και βασίλευε..αυτό που έζησα κάποτε εργαζόμενη σε μια πολυεθνική και συνειδητοποίησα πως ο <<βασιλιάς>> τρέφεται με αίμα, γι αυτό και παραιτήθηκα γιατί δεν μπορούσα να μετατραπώ σε βαμπίρ.. Δεν υπάρχει χώρος για διεφθαρμένους προιστάμενους στο Δημόσιο που κλέβουν ασύστολα κράτος, πολίτη και υπηρεσία.. ΄Γι αυτό παραιτήθηκα από το Δημόσιο, σε τομέα υγείας, όταν συνειδητοποίησα πως ο ιπποπόταμος που ηγείτο του συγκεκριμένου τμήματος, καθισμένος αναπαυτικά στους καναπέδες και των δυο μεγάλων κομμάτων, έκλεβε εκατομμύρια από κρατικές προμήθειες.. Για αυτό αγαπητέ Πάγκαλε δεν τα φάγαμε μαζί.. Για αυτό έχω την συνείδηση μου ήσυχη.. Δεν ξέρω τι θα γίνει παρακάτω, σίγουρα θα ακολουθήσουν μαφιόζικα χτυπήματα, ίσως και να διαλέξουν οι σύγχρονοι συνεχιστές του <<Διαφωτισμού>> , αυτοί οι οικονομικοί δολοφόνοι τον άγριο θάνατο μας. Αλλά πριν άκουσαν επιτέλους ένα όχι.. Ένα όχι. Ας διαλέξουμε εμείς τον τρόπο που θα ζήσουμε, όχι οι άλλοι.. Και να αρχίσουμε να αλλάζουμε τα πράγματα , να χτίσουμε από την αρχή. Δείτε πως τα ΜΜΕ δεν είναι τίποτε άλλο παρά όργανα του συστήματος, έχουν έναν προιστάμενο αρχηγό που κατευθύνει με τις γραμμές του. Σκοτώστε συμβολικά τους χαφιέδες , τους αιώνιους δοσίλογους και τους εμφύλιους συνεχιστές.. Αρχίζοντας από την αρχή. Από το σπίτι, από την εργασία, από την πόλη, από τα έργα αλληλεγγύης, από τον εθελοντισμό, από τους ελεύθερους διανοούμενους και τους ποιητές. Τώρα η τέχνη και ο πολιτισμός είναι περισσότερο από ποτέ η πνευματική μας τροφή.. Γελάω, μπορώ και γελάω, Νιώθω κάτι πιο ανάλαφρο κι ελπίζω στις καλύτερες ημέρες, και να θυμάσαι , δεν υπήρξα ποτέ <<σύντροφος>>, υπήρξα και θα υπάρξω όσα χρόνια ζήσω, σαν φίλη και σαν κάποια που θέλει να θαυμάζει, έργα, ανθρώπους, κοινωνίες και ζωή.. Και έχω γνωρίσει αριστερούς πιο δεξιούς από τους δεξιούς, και δεξιούς πιο αριστερούς από τους αριστερούς... Ελπίζω στο μέλλον το μακρινό να υπάρξει ο αναρχισμός πέραν των ιδεών, των θεωρητικών και των συγγραμάτων. .Ελπίζω σε μια καλύτερη ζωή.. -Σκέψεις και συναισθήματα της επόμενης ημέρας-.

Ήταν μια κρύα νύχτα όταν ήρθα και σε βρήκα στο ανήλιαγο σπίτι σου, ήσουν ξυπόλητος και είχες μια έκφραση από παιδί και πληγωμένο λουλούδι σε μπαλκόνι. Κράτησα το πρόσωπο σου στα χέρια μου ενώ δεκάδες μετεωρίτες έπεφταν ταυτόχρονα στην έρημο, ενώ ταυτόχρονα χιλιάδες παιδιά πέθαιναν από πείνα, ενώ δεκάδες συμβόλαια έγραφαν μελλοντικούς θανάτους, κι εγώ σου φυσούσα ζωή στο στόμα για να μην φύγεις. Αλλά εσύ δεν άντεχες να ζεις κι έφυγες, ποτέ δεν έμαθα που ΄΄ηταν ο τάφος σου, όχι δεν ήθελα να σου αφήσω δάκρυα στο λευκό μάρμαρο, δυό λόγια ήθελα να πω κι ένα μπουκέτο γιατσέντα να σου αφήσω να μυρίζεις τις νύχτες. Συνέχεια πέφτουμε, συνέχεια αναζητούμε ουτοπίες, οι δρόμοι ανοίγουν με φτερά ,ξέρω, αλλά τα φτερά ως φαίνεται τα έχει κρατήσει εκείνο το κορίτσι που ήταν ανέμελο και ζόρικο, πολλές φορές μου τα δίνει αλλά ξέρω πως είναι δανεικά. Περιπλανιέμαι αιώνες, η ψυχή μου σαφώς ξέρει πολλά γεγονότα αλλά κάνει πως περιμένει, θέλω να πω πως παριστάνει ότι δεν ξέρει για να κρατήσει τα στίγματα της έκπληξης.. Αλλά τα περισσότερα είναι γνωστά, τα έκανα αφορισμούς αν και δεν τους συμπαθώ για να τα έχω γραμμένα σαν ντοκουμέντα στους απογόνους και τους φίλους μου. Ήταν μια κρύα νύχτα όταν έμαθα τον θάνατο σου, χιλιάδες κόκκινα πουλιά μπήκαν στο δωμάτιο και φώναξαν το όνομα σου, το είπα κι εγώ, φώναξα με την δύναμη που έχω πάρει από τις ήττες μου. Χάνω συνεχώς και το ξέρεις, χάνω και κερδίζω κάτι από τον κόπο μου. Γιατί δεν χάνω από επιπολαιότητες και κενές ψυχικές μεταμέλειες, ούτε από υπερβολικό ζήλο, χάνω από την υπερβολική μου δραστηριότητα με τα <<φυσικά>>, τα φυσικά που κάποιοι ανίδεοι τα βάπτισαν μεταφυσικά. Χάνω γιατί πάντα βρίσκω κάτι να με κάνει να πιστέψω σε αυτό που πάει αντίθετα από το ρεύμα, μου αρέσει βλέπεις να μπαίνω μέσα στο πλήθος και να προχωρώ αντίθετα... Είναι μια κρύα νύχτα τώρα που σου γράφω, σε δόξασα γιατί σε αγάπησα και σε δοξάζω γιατί σε αγαπάω. Στο λιμάνι του πόθου ένα ζευγάρι κάνει κουπί και διασχίζει την θάλασσα με μια κόκκινη βάρκα. Εκεί βλέπω ξανά το κόκκινο κορίτσι, ενώ ταυτόχρονα χιλιάδες παιδιά πεθαίνουν από πείνα, ενώ χιλιάδες εραστές ταυτόχρονα,σκοτώνουν τον έρωτα. Αν βρεις ξανά τα φτερά μου φόρεσε τα, ίσως σε βοηθήσουν να έρθεις να με βρεις, να σου κρατήσω το πρόσωπο στα χέρια ενώ ταυτόχρονα χιλιάδες αστέρια θα πέφτουν στις πλάτες μας. Ή , θα ξαναέρθει η πιο καταζητούμενη και επικηρυγμένη γυναίκα στον πλανήτη, η αγάπη, ενώ ταυτόχρονα δεν θα συμβαίνει τίποτε ... -Οι αναζητητές

Γεννήθηκα μέσα σε ένα θέατρο, πίσω από τις βαριές κόκκινες κουρτίνες. Από εκεί μεγαλώνοντας,παρατηρώντας τους ανθρώπους ,κατέταξα σε γραφήματα με παράλληλες και ευθείες και άλλες γραμμές,τους θεατές και τους ηθοποιούς. Ανέκαθεν μπορείς να πεις πως με κατείχε η μανία σε αυτά τα γραφήματα να σημειώνω τις μανίες των ανθρώπων. Απέφευγα τους μανιακούς αλλά δεν με απέφευγαν αυτοί, με έβρισκαν ανά χ χρόνια και μου έριχναν στην λευκή σελίδα όλες τις μανίες τους. Αναρωτήθηκα ,αν αυτό το πράγμα, περιείχε τον ίλιγγο που λάτρεψα από τα μικρά μου χρόνια παρατηρώντας τους γονείς μου να παίζουν, αναρωτήθηκα πόση αλήθεια μπορούσα να διαπιστώσω σε αυτό το ατέλειωτο πίσω μπρος των ατελών ιδεών τους. .Και πόσο σουρεαλισμό σε αυτήν την φτωχή τους πραγματικότητα.. Πολλοί από αυτούς με έβλαψαν, θα μπορούσα να σου πω ατέλειωτες ιστορίες περί τούτου. Τελικά, μου έμεινε, πως αυτό το ατέλειωτο πίσω μπρος τους, κατέληγε στο μάτι του Πολύφημου. Εκατοντάδες Πολύφημοι γυρνούσαν γύρω μου κι ατέλειωτοι συμπλεγματίες, εννοώ επαγγελματίες συμπλεγματικοί τύποι.. Μάζευα τα αποκαίδια τους όταν τους έκαιγα με τον νου μου και τους έριχνα στην θάλασσα. Ύστερα τράβαγα πάλι για το θέατρο. Και καθώς κοιτούσα μια γυμνή πλάτη, ένα αντρικό πηγούνι, ένα λευκό πουκάμισο, δυο γάμπες σταυρωμένες με κάλτσες από μετάξι, που το ευαίσθητο αυτί μου έπιανε το ελαφρό τους τρίξιμο, ένοιωθα πάντα μια ηδονή, και καθώς άκουγα τις λέξεις κεντημένες σε διαλόγους ή μονολόγους καρφωμένες στο στόμα ενός ηθοποιού ένοιωθα φως. Και ατέλειωτες ηδονές φώτιζαν όλο μου το υπογάστριο και χύνονταν στα μαλακά μου σπλάχνα καταλαμβάνοντας μέρος της καρδιάς μου. Καθώς μεγάλωσα άρχισα εγώ να γράφω τις λέξεις που οι ηθοποιοί θα έλεγαν φορώντας τους μια περσόνα που είχα σκεφτεί με επιμονή, νύχτες και μέρες ατέλειωτες.. Και καθώς οι θεατές άρχισαν να αποθεώνουν τα έργα μου κι οι εφημερίδες έγραφαν κριτικές υψηλές ,και υμνούσαν το ταλέντο μου, άρχισε σιγά σιγά να καταλαμβάνει μέσα μου όγκο μεγάλο, η φιλοδοξία κι η ματαιοδοξία.. Και ζούσα μόνο για τους θεατές και τις κριτικές ..Κι ήθελα κι άλλο, κι άλλο, κι άρχισα να τσακώνομαι με όποιον διαφωνούσε μαζί μου άγρια.. Έγινα κι εγώ μανιακός και Πολύφημος. Και άλλαξα. Δεν ένοιωθα τις ηδονές σε πληρότητα. .Ένοιωθα μονάχα ένα κενό. Κι όλους τους φίλους μου τους εγκατέλειψα καθώς δεν με βόλευε η άγρια κριτική τους.. Κι είχα ένα ατέλειωτο κενό.. Πέρασαν χρόνια που έζησα με ηρεμιστικά και αλκοόλ ,και κατέφυγα σε ένα ερημονήσι ψάχνοντας τον εαυτό μου, εκεί ακριβώς ανακάλυψα πως εγώ σαν παιδί που γεννήθηκε από έρωτα πίσω από τις κουρτίνες του θεάτρου, εγώ δεν μπορούσα να ζήσω τον έρωτα γιατί τον φοβόμουν, τον αντικατέστησα με την φευγαλέα φλόγα της δόξας και την εφήμερη δόση του θαυμασμού.... Τα σταμάτησα όλα, έκαψα τις φιλοδοξίες κι άρχισα να ψάχνω τις αλήθειες μου που κρύβονταν στο πάτωμα ή στο ταβάνι.. Έφτιαξα ένα μικρό θέατρο εκεί , στο νησί το μικρό. Και παραστάσεις έκανα με αρχάριους ηθοποιούς.. Κι ένοιωσα ξανά τις ηδονές. Κι έγινα ξανά αυτός που τρεφόταν κι έτρεφε τον έρωτα. Μου συνέβη τότε να καταλάβω, πως το μόνο που ζητούσα στην ζωή ήταν να ζω σαν μαγεμένος περιπλανητής... Και τέλειωσα για πάντα με την μανία. Κι όποιον ανακάλυπτα κοντά μου να τρέφει τέτοιες μανίες τον απομάκρυνα με τον τρόπο μου. Ακόμη κι αν συνέβαινε να τον ή να την έχω αγαπήσει... -Ο μαγεμένος περιπλανητής

Μια λύπη, στράγγιξε νερό στα βλέφαρα μου, δεν έκανα προσπάθειες να το διώξω, έβαλα τα χέρια στις τσέπες του μαύρου μου παλτού και τράβηξα για την πλατεία. Οι υπερβολικές φιλοδοξίες των ανθρώπων είναι δείγμα της υποκρισίας τους, σκέφτηκα, κοίταξα τον ουρανό , ήταν έτοιμος να ρίξει τα γκρίζα του σύννεφα επάνω μου, έρχονταν τόσο κοντά μου που άρχισα να αναπνέω από μέσα τους. Μάλλον θα μοιάζω με μαύρο σύννεφο, σκέφτηκα και κοίταξα ένα περιστέρι που έπινε νερό από ένα συντριβάνι. ..............Ένας αδέσποτος σκύλος ήρθε δίπλα μου, με κάρφωσε στα μάτια, και είδα στα δικά του. την ίδια λύπη. <<Σε διώξανε από κάποιο σπίτι φιλαράκο>>; τον ρώτησα αυθόρμητα, κι αυτός κούνησε την ουρά του κι ήρθε και μου έγλειψε το χέρι που έτεινα προς το κεφάλι του. Περπατήσαμε μαζί χιλιόμετρα, διασχίσαμε την ασφαλτένια πόλη με ραθυμία και μια μπλε διάθεση. ...........Από όλα με ενοχλεί η αχαριστία, άρχισα να του λέω καθώς καθίσαμε στο παγκάκι. Κοντά σε αυτήν και το ψέμα. Γιατί εδώ που τα λέμε χρειάζεσαι χιλιάδες ψέματα για να γίνεις αχάριστος, ποτίζεις το δέρμα σου με αυτά. Και η φιλοδοξία επίσης ταίζει το τέρας της αχαριστίας. Και το να είσαι σήμερα αχάριστος σημαίνει πως είσαι και ηλίθιος, γιατί η καλοσύνη είναι τόσο σπάνια πια που όταν την βρίσκεις την φυλάς στο στήθος σου σαν παιδικό φυλαχτό. Γι αυτό πρώτη λιθοβολώ την αχαριστία, γιατί περιέχει από μόνη της τόσες ασχήμιες. Ο σκύλος καθόταν βουβός σαν να με καταλάβαινε. ........Για να τελειώνουμε, οι αλήτες, οι ποιητές που γράφουν με αίμα και σλπάχνα, οι εξόριστοι του κόσμου από θέση, αυτοί είναι οι φίλοι μου, κι οι τρελοί που επιμένουν να κολυμπούν αντίθετα από το ρεύμα. Με τους αχάριστους τελείωσα, καμμιά συγχώρεση γι αυτούς. Ας συγχωρήσουν αυτοί μια μέρα τον εαυτό τους.. Γιατί οι πράξεις μας γυρνούν σαν αντίγραφα επάνω μας.. .......Κοίταξα τα σύννεφα, ο σκύλος σηκώθηκε και μου έφερε μια πέτρα. Άρχισα να του την πετάω κι αυτός μου την έφερνε συνέχεια στα χέρια για να παίξουμε. Με τύλιξε μια γλυκιά ευδαιμονία, σαν κάποιος να μου ρούφηξε από μέσα μου ψόφιο αίμα. Ο άνθρωπος είναι το πιο αχάριστο πλάσμα της φύσης, σκέφτηκα ξανά. Μα μετά πέταξα ξανά μακριά την πέτρα. Κι έπαψα να σκέφτομαι, άρχισα να αισθάνομαι. Γλυκά και κόκκινα, από μπλε έγινα κόκκινο και πορτοκαλί.. -Το τέρας της αχαριστίας