Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Το πάθος καθώς ερημώνει ο κόσμος

Ήθελε να απλωθεί στην αγκαλιά του, να του πει,
αγάπη μου, πόσο υπέροχος άντρας είσαι,
να χαθούν σε ένα δωμάτιο από έρωτα,
ίσως  σε  ένα δωμάτιο ξενοδοχείου,
μοκέτα λίγο φθαρμένη, κι ένα σταχτοδοχείο γεμάτο στο πάτωμα,
ίσως  σε μια ταράτσα που κοιτά τον Λυκαβηττό,
ίσως στο πάρκο,
ίσως σε ένα υπόγειο γκαράζ κάπου στο κέντρο,
σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο με μυρωδιές άλλοτε κόλλας
 ζαχαροπλαστείου
κι άλλοτε υγρασίας και παλιού ,
θα ακουμπούσε την πλάτη της σε μια σκάλα και καθώς αυτός θα την αφαιρούσε από τον εαυτό της
θα έπεφταν πάνω τους όλα τα βιβλία,
ίσως σε ένα μπαρ που θα δέσποζε η Μπίλυ κρυμμένοι μέσα στον κόσμο,
ίσως σε ένα εγκαταλειμμένο αμάξι κάπου σε έναν ανοιχτό δρόμο,
σε έναν σταθμό τρένου με καιρό σταχτόγκριζο,
επάνω σε ένα βρεγμένο παγκάκι όπου όλη νύχτα συνομιλούσε με την βροχή.
Ήθελε να του μιλήσει για την παρακμή, να του δείξει τους δρόμους που έζησε σαν μαινάδα,
κάποτε, και τώρα μερικές φορές,
να απλώσει το αίσχος του καιρού σε σχοινιά ακροβάτη,
να πατήσουν πάνω του, να το διώξουν μακριά τους,
να ιστορήσουν τα παλιά τους κατορθώματα σαν παλιοί πολεμιστές σε μια ροκ αλάνα,
να ξαναφανταστούν ο ένας μέσα στον άλλο πως είναι άνθρωποι,
ήθελε να του πει απλωμένη στην αγκαλιά του,
αγάπη μου, πόσο υπέροχος άντρας είσαι,
και καθώς θα λέει την λέξη άντρας θα γεμίζει η καρδιά της από την ουσία της λέξης..
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου