Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Η Έλλη-Ρίτα της νύχτας

Βρισκόμενος σε ένα καταγώγιο με στριμωγμένες ψυχές.
Πήγαινα καιρό εκεί από μια παρόρμηση να τιμωρήσω τον εαυτό μου. Κι όχι μόνο αυτό. Με εξυπηρετούσε να κοιτώ και να μυρίζω τα κατακάθια για να πλουτίσω αφαιρώντας κάτι στατικό από το πνεύμα μου.
Δεν ήταν οι γυναίκες ντυμένες χυδαία, άλλωστε αυτό εξυπηρετούσε το επάγγελμα. Κρατούσαν συντροφιά σε άντρες συνήθως λιπόσαρκους, όσο περισσότερα ποτά κερνούσαν τις γυναίκες τόσο καλύτερα πληρώνονταν.
Είχα σιχαθεί από καιρό την ακαδημαική μου καριέρα και ήξερα να μην τα βάζω με τον εμετό που προκαλούσαν οι συνάδελφοι, αλλά να σιχαίνομαι τον μηχανισμό του συστήματος.
Εκείνη την συγκεκριμένη μέρα είχα πληροφορηθεί από έναν αγαπημένο φοιτητή, πως ο <<διάφανος>>, ξεχωριστότατος συνάδελφος Α.Π, είχε χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του ως αρουραίος, είχε πείσει τον φοιτητή ο οποίος κοιμόταν στην καρέκλα του μήνες για να τελειώσει μια γραπτή εργασία που θα ταξίδευε ως το εξωτερικό, να τον βοηθήσει ώστε η εργασία αυτή να τύχει προσοχής ανάλογης..
Πως θα μπορούσε μόνος του εξάλλου;
Και φυσικά για άλλη μια φορά τοποθέτησε τον εαυτό του ως δημιουργό και στο βιβλίο του κόπου έβαλε το όνομα του νεαρού ως βοηθού...
        Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχα πνίξει τον εμετό μου ακούγοντας μια πληροφορία τέτοια. Στον <<συναδελφικό>> χορό όλοι ήξεραν, μα κανείς δεν μιλούσε.
Ο Α.Π ήταν προσκεκλημένος μέρα παρά μέρα στα υπουργικά γραφεία, έδινε διαλέξεις και ήταν ξεχωριστός καλεσμένος στα κανάλια της ντροπής και της χυδαιότητας.
        Τα υπαρξιακά μου διλήμματα κάθε μέρα με κατάπιναν με γλώσσες καυτές.
Έτσι για αρκετό διάστημα αδύναμος να αντιδράσω μα κι αδύνατον να χλευάσω δημοσίως τον οικόσιτο χοίρο-πρύτανη της διαφθοράς, έσερνα λυπημένος το κουφάρι μου και ερχόμουν να κεράσω την Ρίτα και τον εαυτό μου ήσυχα ποτά, να ξεχαστώ στην νιρβάνα του αλκοόλ και να σύρω μετά τα πόδια μου στο σπίτι ξεχασμένος...
          Η Ρίτα με είχε μάθει πιά και κρυφά από το γελοίο αφεντικό- σκύλο του μαγαζιού με σέρβιρε ποτά γνήσια κι όχι μπόμπες.
Είχα ξεχαστεί στον εβένινο ποταμό των ματιών της και την παρατηρούσα ακόμη μια φορά.
Ακόμη μια φορά μαγνήτιζε τα μάτια μου η ευγένεια της που έκρυβε την χυδαιότητα των ρούχων της.
Θα έβαζα στοίχημα πως τα περισότερα χρόνια της ζωής της τα είχε περάσει σε ένα ακριβό προάστιο, σε σπίτι με κήπο και πιάνο και γαλλικά.
Μα αν δεν ήταν έτσι τότε σίγουρα κουβαλούσε μέσα της γονίδια αριστοκρατικά.
Η Ρίτα ήταν για μένα μόνο, δεν βιάζονταν να πιούν στην υγειά της οι άλλοι κι ο σκύλος αφέντης του μαγαζιού την είχε προειδοποιήσει πως θα την έδιωχνε.
      Ώσπου βρέθηκα εγώ. Κάτω από το μεθυστικό καταφύγιο του Τερζή μιλούσαμε για σωρούς θεμάτων. Κι έβλεπα καθαρά πως οι γνώσεις της δεν ήταν μόνο αυτές του δρόμου.
Ήταν σφίγγα κι εγώ πολύ ευγενικός για να την πιέσω να μάθω την ζωή της.
Οι ζωές συσκευάζονται κάποιες φορές και πετιούνται σε μια μέρα στα σκουπίδια...
Ήμουν λοιπόν χαλαρός, αρκετά νηφάλιος ακόμη.
-Θα σε λέω Δέσποινα, αν δεν σε πειράζει, της είπα ανάλαφρα.
-Είσαι φίλος εσύ, πες με όπως θες, είπε και κάθισε δίπλα μου.
Φορούσε ένα άρωμα που μου θύμιζε την αυλή της μάνας μου που δέσποζε το νυχτολούλουδο...
           Εκείνη την στιγμή ξεχώρισε από τα σκυλοτράγουδα μια φωνή. Ακριβώς δίπλα μας.
Παγωμένος ιδρώτας έλουσε τον σβέρκο μου και το αριστερό μου χέρι από τον καρπό και κάτω έπιασε να μουδιάζει...
ΉΤαν αυτός, ο Α.Π, ο νυσταγμένος πόντικας της σκατοπόλης...
Κατέταξα την έκπληξη μου και τον κοίταξα.
       Αυτός διέγραψε το βλέμμα μου και την κοίταξε έντονα ,ίσως όπως ένας δράκος..
-ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ, τι Δέσποινα και παπαριές τσαμπουνάς ρε Δημήτρη; Έλλη την λένε και θα πάρει πούλο από φοιτήτρια και θα προεισαχθεί σε πουτάνα. Έχεις να πατήσεις μήνες στα μαθήματα μου, είπε και παλινδρόμησε στο ψηλό σκαμπό για να πέσει. Την κοιτούσε με ξέφρενο μίσος και οργή..
Με μάτια κατακόκκινα και μεθυσμένα έπιασε την μπάρα να μην πέσει. Αυτό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει ενώ εγώ άρχισα να βλέπω μόνο κόκκινο μπροστά μου. Θυμάμαι ολοκάθαρα πως μια κόκινη βλένα απλώθηκε στα μάτια μου κι άρχισα να βλέπω τα πρόσωπα και τα αντικείμενα κάτω από το κόκκινο.
         Το κόκκινο ρυτίδιασε στην φλέβα του λαιμού μου και στους κροτάφους μου. Μια απίστευτη ενέργεια εισέβαλλε ξαφνικά μέσα μου και το μόνο που ήθελα ήταν να τον σύρω έξω και να τον βάλω να πιεί και να πνιγεί από αυτό το κόκκινο...
Έτρεμα σύγκορμος.
       Η Έλλη-Ρίτα το κατάλαβε και έπιασε απαλά το γόνατο μου σαν να ήθελε να με ακινητοποιήσει, το κατάφερε για λίγο κάνοντας με να νιώσω πως αυτή ήθελε να ενεργήσει.
Αυτός συνέχισε απόλυτα μεθυσμένος και καθόλου ευρηματικός στα λόγια, τα λόγια του ήταν σαν πεθαμένα σκατά, σκατά μεν, αλλά πεθαμένα.. Σαν ξεραμένοι σβούροι μουλαριού...
-Παίρνεις καλές πίπες Έλλη; Έχω κάτι για σένα, είπε και πρότεινε τον καβάλο του, κρατούσε τον καβάλο του γέρνοντας δεξιά αριστερά στο σκαμπό κι άρχισε να γελά μόνος του.
        Η Έλλη σηκώθηκε σταθερά και στάθηκε μπροστά του, τα μάτια της κένταγαν φωτιές.
- Τα αρχίδια σου μαλάκα είναι άσφαιρα, άκληρα, αν μια τρίχα τους πέσει κάτω κανείς δεν θα ασχοληθεί, αν πέσεις κάτω κανείς δεν θα σε ακούσει. Είσαι ολόκληρος μια τρύπα που βγάζει πύον και σκατά, βρωμάς σαν να είσαι ασθενής. Είσαι βαριά άρρωστος, σέρνεσαι με ορούς και σωληνάκια στους διαδρόμους ενός νοσοκομείου και κανείς δεν ακούει να σφαδάζεις από τους πόνους, κανείς δεν ακούει τις κραυγές σου, πεθαίνεις ζητώντας μορφίνη να ησυχάσεις λίγο μα κανείς δεν είναι εκεί, όπως δεν ήσουνα κι εσύ όταν πέθαινε ο πατέρας σου, εσύ έλειπες, έτρεχες  να διαβάσεις και να εξαντλήσεις νούμερα κι ανθρώπους.
Κι ενώ έφτιαχνες αριθμούς ο πατέρας σου σε καταράστηκε, να πας έτσι όπως αυτός. Κατάμονος και με μπηγμένα τα καρφιά σαν τα καρφιά στον σταυρό στα χέρια του.
Περπατάς συνέχεια ανάμεσα σε σταυρούς μαλάκα, μα θα το δείς σαν ρθεί η ώρα να ανέβεις στον δικό σου.
Πάρε τώρα τα αρχίδια σου και φύγε, προσβάλλεις τον αέρα που παίρνω..
           Είδα το πρόσωπο του να γίνεται πράσινο, καφέ, μετά σαν να πήρε το κόκκινο από το δικό μου, σαν να άλλαξε σε μια μάσκα κέρινη, έγινε ένα κέρινο ομοίωμα σε ένα μουσείο από θλίψη και κερί. Σηκώθηκε και σκούπισε τα σάλια που άρχισαν να τρέχουν από τα πλάγια του στόματος, ζήτησε μια φουσκωμένη δερμάτινη τσάντα από την κοπέλα πίσω από το μπαρ που ήτανν σαν στήλη άλατος, με τρεμάμενα χέρια έψαξε να βρεί το πορτοφόλι του, πλήρωσε, περπάτησε στην πόρτα και την άνοιξε.
        Λίγος αέρας της πόλης μπήκε μέσα, σαν φρέσκος, σαν να ρχόταν από ένα βουνό.
Όταν η φιγούρα του χάθηκε από τα μάτια μας είδα την Έλλη- Ρίτα να με κοιτά με δάκρυα στα μάτια.
-Μην με ρωτήσεις τίποτε, είπε, αυτός ο άνθρωπος είναι ο πατέρας μου.
Σηκώθηκε και πήγε πίσω από την μπάρα.
Εκείνη η γλυκόπικρη αίσθηση της καλοσύνης που ερχόταν από το ποτό είχε χαθεί.
Όμως εγώ ''ενιωθα λιγότερο μόνος...
Αύριο θα έκανα κάτι για τα υπαρξιακά μου διλήμματα.
Αν μπορούσα θα το έκανα εκείνη την στιγμή...
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου