Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Αέρας και νερό, μετά η φωτιά και τέλος η γη

   H Άννα συνήθιζε να εξηγεί τον πόνο που προκαλούν οι άνθρωποι με έναν λεπτό και άυλο τρόπο.
ΔΕν υπήρχαν <<λογικές εξηγήσεις>>, υπήρχε μια ασάφεια που καθρέφτιζε το χάος μέσα της και το χάος που υπήρχε στους άλλους.
   Μιλούσε για παλιές ψυχές, πίστευε πως κάποιοι άνθρωποι έρχονταν <<εδώ>> κουρασμένοι, τα τόσα ταξίδια τους στον χρόνο είχαν στενέψει αρκετά τα περιθώρια τους στο να καταννοούν και να συγχωρούν εύκολα. Οι τρικλοποδιές της ζωής δεν είχαν την ίδια ένταση πάνω τους, αυτών οι λεπτές κεραίες έπαιρναν μια μικρή δόνηση λύπης σαν να είχε μετακινηθεί ολόκληρο βουνό πάνω τους και κινδύνευαν να συνθλιβούν κάθε δύσκολη στιγμή...
   Την άκουγα πάντα με ενδιαφέρον, βέβαια τα κατάφερνε σχεδόν πάντα και μου ξέφευγε, όταν την ρωτούσα πως γίνεται με τόσες ζωές που υποτίθεται είχαν διασχίσει δεν είχαν αναπτύξει την υπομονή, ή, την γνώση των καταστάσεων και των ανθρώπων, δεν είχαν αντοχές.
(Αυτά δεν μπαίνουν σε καλούπια, δεν είναι κουτάκια), μου απαντούσε και αφηνόμουν σε μια τρυφερή λάμψη στα μάτια της που θύμιζε κάτι από αγάπη και εξυπνάδα, σαν ένα ζώο που κρυβόταν πίσω από μια πυκνή βλάστηση.
       Την Άννα την αγαπούσα με τον δικό μου τρόπο, δεν μπορώ όμως να κρύψω πως αυτό που με καθήλωνε ήταν ο έρωτας που συνέβαινε να μας τυλίγει σαν το φως ενός φεγγαριού μέσα από τις μισάνοιχτες γρύλιες.
    Είχε φωτιά. Πάθος. Όρεξη για παιχνίδι. Έπαιρνε ρόλους, όχι αυτούς τους επιφανειακούς στις αποχρώσεις του γκρι. Τι γελοίο... Η ανθρωπότητα ήταν ακόμη μια φορά σαν ένας ασθενής βαριά που ψαχνε φάρμακο και έψαχνε μέσα από το σεξ να βρεί ίαση. Αυτό κακό δεν ήταν, όμως ήταν φαιδρό να πιστεύουν πως μπορούσαν να διασχίσουν τις κοιλάδες των αισθήσεων παίρνοντας έναν απλό ρόλο μιας αμαζόνας ή μιας σαδίστριας ή ενός μαλάκα που κάτω από τα στρώματα λίπους της κοιλιάς του προσπαθούσε να κάνει το σώμα του να ιππεύσει απειθάρχητα πάνω σε μια ανέραστη γυναίκα που ήταν γυναίκα μόνο στο σχήμα.
      Μου άρεσε γιατί ήταν έξω από αυτά. Είχε κάψει πολλές φορές τα φτερά της κυνηγώντας χίμαιρες,
αυτό την έκανε ακόμη πιό γοητευτική και μυστηριώδη.
      Ναι, ήμουν από αυτούς που πάντα με ελκύαν οι γυναίκες που σερναν ένα μυστήριο. Αυτό που ενώ νομίζεις πως το ξέρεις την επόμενη στιγμή ανακαλύπτεις πως αυτό που ξέρεις είναι  μια άκρη του νήματος.
Ήθελα να πάρω την αρχή του και να ακολουθήσω τον Μινώταυρο στην πιό σκοτεινή σπηλιά του...
       Ακόμη θυμάμαι..
Ήταν μια βροχερή νύχτα έξω, μια ευεργετική βροχή έπεφτε χαράζοντας μυρωδιές από χώμα, έμενα κοντά σε πάρκο τότε. Άκουγα την σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού και κατάπινα ουίσκυ καπνίζοντας σειρές τσιγάρων. Είχα ανοίξει το παράθυρο κι η βροχή έμπαινε μέσα σαν πεταλούδα κυνηγημένη από παιδικά τέρατα.
     Χτύπησε η πόρτα, όταν άνοιξα η Άννα μπροστά μου ήταν μια υγρή φλόγα που έσταζε νερό.
Τα μαλλιά της ήταν φυσικά κόκκινα, μέσα τους πάλευαν σπασμένο κοκκινόχωμα και μπούκλες γυαλιστερές . Τινάχτηκε σαν γάτα.
-Ήρθα, είπε και τα μάτια της με αρπάξαν με τις δαγκάνες τους.
-Ήρθες, απάντησα και την αγκάλιασα κάνοντας τα χέρια μου τανάλιες.
Έβγαλε το μαύρο της παλτό κι είδα την γυμνή κεχριμπαρένια επιδερμίδα να φέγγει σαν λαδολύχναρο στο ημιφωτισμένο δωμάτιο.
       Ξαπλώσαμε κι αρχίσαμε να ταξιδεύουμε στην σκοτεινή πλευρά της μουσικότητας που άγγιζε όλα τα ξωτικά τα κρυμμένα στο δάσος του μυαλού μας.
Τι χρώμα έχει το μυαλό μας; Μαύρο ή κόκκινο;
-Με φοβάσαι; Με ρώτησε ενώ με την γλώσσα μου έμπαινα στο στόμα της, έβλεπα τα μάτια της ολοκάθαρα, η ίριδα μεγάλωνε με την χάρη ενός αιλουροειδούς.
Εκείνη την ημέρα ήταν τίγρης...
-Ίσως λιγάκι, είπα ενώ τραβούσα τα μαλλιά της μαλακά φιλώντας την.
Τα φιλιά έχουν διαβαθμίσεις.
Είναι υποσχέσεις.
Είναι η Εδέμ.
Η κόλαση της επιθυμιάς που αλυχτά σαν λύκος.
Θέλει.
Θέλει.
ΠΡώτα κάναμε έρωτα με φιλιά. Στο στόμα.
Γλυκιά εξάντληση.
Αντίσταση.
Άφεση.
Παράδοση.
Λυρισμός.
Βροχή. Φωτιά.
Κι όλα θέλαν την γη. Το σώμα.
όταν μπήκα μέσα της έγινε γη. Με τράνταξε από τους κρατήρες της που ξυπνούσαν αδηφάγα.
Υγρή γη. Νερό παντού.
Ποιά είναι τα όρια των ανθρώπων; Πότε τελειώνει ο έρωτας;
Δεν αρκούσε να τρέμουμε, να αφήνουμε τα υγρά μας με πορφυρές εκρήξεις.
-Κι άλλο, ζήταγε σαν την μάγισσα που έριχνε ξόρκια.
Κι αυτές οι ίριδες να παρεμβάλλουν μέσα στις δικές μου σαν εξόριστοι, σαν νομάδες που σπαζαν παγόβουνα αιώνων.
      Που τελειώνει ο έρωτας;
Τι χρώμα έχει ο εγκέφαλος;
Κι η καρδιά γιατί ξαφνικά γίνεται ένα μαζί του;
Το ένα δίνει το αίμα με ρυθμό.
Το άλλο το παρακολουθεί ανελέητα.
Μπαίναμε ο ένας μέσα στον άλλο.
Μάλλον μια τρύπα από το σύμπαν λευτέρωνε όλη την ενέργεια που είχε καταπιεί.
Κοσμική διέγερση.
Αφύπνιση.
Μετά εξάντληση.
Ρέαμε μέλι στο δωμάτιο μέσα στην σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού.
Η τίγρης χορτασμένη με θεράπευε από την αρρώστια μου.
Δεν θυμόμουν πιά τον θάνατο. Ο Μεφιστοφελής είχε μεθύσει.
Μεθυσμένος, παραδομένος στο σμίξιμο μας ξέχασε για λίγο την προθεσμία.
Τις υπογραφές.
Έξω ο πρόστυχος κόσμος είχε κατεβασμένο το κεφάλι.
Και τα βρακιά του. Ένας τεράστιος φαλλός τον σοδόμισε γερά. Του βγαλε τα σωθικά του σε χαρτιά.
Τα τύλιξε σαν σουβλάκι. Με μπόλικο κρεμμύδι. Κάτι να καίει...
     Τελειώσαμε με φιλιά. Ο κόσμος σταμάτησε να τρέχει. Ο πλανήτης δεν μιλούσε κουρασμένος.
Κι εμείς.
     Όταν ξύπνησα βρήκα το παλτό της δίπλα μου.
Που πήγε; Βγήκε γυμνή; Που πήγε;
Από τότε δεν την ξαναείδα.
Πέρασαν χρόνια.
Ο χρόνος μεταμοσχεύει τρύπες, φυτεύει άλλες.
Μια μέρα περπατούσα στην Σόλωνος ανάμεσα σε ένα πλήθος ανθρώπων αδιάφορο.
Καμμία θωπεία στα μάτια μου.
Καμμία στην καρδιά μου.
Μόνο υποσχέσεις.
Και ξαφνικά εντελώς, ανακάλυψα πως δεν είχα απαντήσεις στις υποσχέσεις.
Καμμιά διάθεση να ανακατευτώ.
Αναχωρούσα από καιρό.
Αν ήμουν στην έρημο γυναίκα με πόσες καμήλες θα με αντάλλαζαν;
Σαν άντρας στο Θιβέτ πόσα μανιτάρια θα μασουλούσα για να μαλακώσω;
Είμαι ένα άγριο θηρίο μέσα σε μια χώρα ξοφλημένη.
Λες να είναι η παλιά ψυχή της που δεν άντεξε;
Η δικιά μου είναι τόσο παλιά που δεν την αντέχει;
Από τότε που μου ρίχνει η Μυρτώ την Ταρώ μου βγαίνει ο ερημίτης και ο κόσμος..
Κάτι μου λείπει για να ολοκληρωθώ.
Και ποιός μου λέει πως μετά δεν θα ξαναζητώ κάτι πέρα από αυτό;
Είναι στιγμές που ζηλεύω τους ανθρώπους αγελάδες..
Μα δεν κρατά πολύ κι αυτό...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου