Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ

Aπό έναν παράξενο πλανήτη ,είχε έρθει κάποτε,
ένας άντρας -ψάρι,
πολύ μικρή ήταν για να ξεχνά και πολύ μεγάλη να τον θυμάται,
μιλούσαν με χρώματα, αντί να χρησιμοποιούν λέξεις.
Αυτή έλεγε, (Σήμερα είμαι λιλά),
κι αυτός ( σε παρακολουθώ, είμαι μαύρο).
Η πλήρης αστοχία και ευστοχία ,ταυτόχρονα,
ήταν που αν και πολύ νέοι ήταν αυτοκαταστροφικοί,
είχαν βάψει το δωμάτιο με ποιήματα των καταραμένων,
αυτός έκλεινε τα μάτια και σκάλιζε στην ηλεκτρική κιθάρα μεταξένια αγκάθια,
τα φορούσαν στο κεφάλι τους αναπαλαιώνοντας μια εικόνα του Χριστού,
όχι από θρησκευτική μανία,
από μια αγάπη στα πάθη των ανθρώπων που ράγιζε τα μάτια της πάνω τους.
Αυτός ερχόταν κι έφευγε,
σαν μια βαλίτσα ταξιδιώτη.
Με περισσότερη ταχύτητα από κείνη, έψαχνε τον πάτο στο πηγάδι.
Κι έπειτα χάθηκε, το ίδιο ξαφνικά όπως την ημέρα που ήρθε.
Μετά από μια δεκαετία η κοπέλα που συνεχώς φορούσε μαύρα και μωβ,
ένιωσε πως αυτός έπαιζε με μια ακτίδα του θανάτου,
ένιωσε το τέλος να της τυλίγει το κεφάλι, σαν αύρα αγίου σκοτεινή.
Έψαξε και τον βρήκε,
μίλησαν ξανά για χρώματα κι εκείνη η κιθάρα, άρχισε να ηχεί σαν ένα άλογο
που βιαστικά ,κάποιος αόρατος γίγαντας είχε φορέσει στον λαιμό του αλυσίδες.
Το άλογο ξεχύθηκε στο δωμάτιο με στόμα αφρισμένο.
Όμως ο άντρας-ψάρι είχε βρει μια μέθοδο να μπεί στο πηγάδι,
πιό πολύ τον πάτο έψαχνε με ΄φλέβες ανοιγμένες, κόκκινες.
Κι ενώ αυτή ήταν ξανά μακριά του μέσα σε όλη της την ύπαρξη,
βυθίστηκαν άμμος και σημάδια του θανάτου.
Και ξαφνικά ήξερε.
Ο δρόμος του κάτω κόσμου ανοιχτός κι απέραντος.
Τον θρήνησε χρόνια.
Φόρεσε στα μαλλιά της βιολέτες και σκορπίστηκε στους ορίζοντες.
Σαν κύλησε ο καιρός σαν μπάλα φωτιάς,
άρχισε να τον ακούει στα όνειρα της, τα επιμήκυνε προσεκτικά,
τα άπλωνε,
τα καθάριζε με σανταλόξυλο, αυτό που λάτρευαν κι οι δυό τους,
σκόπευαν σαν μεγαλώσουν να το μυρίσουν στην Ινδία...
Αυτό που της έλεγε, ήταν, ζήσε.
Βρήκε μια δερματόδετη βαλίτσα του πατέρα,
συνέλλεξε ανθρώπινα πορτρέτα και βιβλία.
Μεγάλωσε πιά, για λίγο ξέχασε πως κάποτε έβαζε χρώμα στις διαθέσεις,
τις μέρες και τις νύχτες.
Κι ήρθε η μέρα που ένας άλλος άνθρωπος-ψάρι,από τα ίδια τα πετρώματα,
από τα ίδια λόγια του Δον Χουάν μπολιασμένος,
κι αυτός μιλούσε με δεκάδες χρώματα.
Όταν της πρωτομίλησε άκουγε πως μιλούσε με λέξεις.
Μα την επόμενη κατάλαβε την ώχρα,
το πορφυρό,
το μπλε,
το κοραλλί,
το τυρκουάζ...
΄΄Ανοιξε το παράθυρο και κοίταξε έξω.
Ένα μπλουζ από μετάξι άπλωσε κόκκους.
Κι είδε πως υπάρχουν στην θάλασσα απέραντα πλάσματα σε ποικιλία.
Ένας καρχαρίας που δαγκώνει μόνος του τα μάτια του,
μικρότερα ψάρια,
φάλαινες που γυρίζουν ταξιδεύοντας επηρεασμένα από την φιλοσοφία των δελφινιών...
Το νερό.
Υπόγλυφο κι άλλοτε παγωμένο.
Αλάτι.
Κάτω από το δέρμα λέπια.
Σοφιστές και επιστήμονες το κοιτάζουν μελετώντας.
Κι αυτή γελά σαν ένα πουλί μελετηρό.
Κάθε που νυχτώνει προσπαθεί να κοιμάται νηφάλια.
Κι είναι το πηγάδι πάντα που προκαλεί να το κοιτάξει.
Όμως αυτή καλεί τα χρώματα...
Σαν τους παλιούς ινδιάνους διαβάζει τον καπνό τους.
Κάθε χρώμα από κάτω του καίγεται...
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου