Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Το γέλιο του Κρόνου

Ο Κρόνος γι αυτούς που ξέρουν είναι πλανήτης ιδιαίτερος.
Όταν επισκέπτεται τον γενέθλιο χάρτη, παραδίδει μαθήματα από πόρτα σε πόρτα.
Κάποτε έτρωγε τα παιδιά του,
έτσι τον φαντάστηκαν οι παλαιότεροι.
Σε ήρεμο απομεσήμερο κι ενώ ο Κρόνος άρχιζε την διέλευση στον δικό μου οίκο,
αποφάσισα να φάω σε μια ταίστρα μαζί με τα πουλιά.
Από μια ποτίστρα μαζί με άλογα να πίνω νερό.
Ενώ άρχιζε ο πόλεμος με ιαχές άγριες,
ενώ ο ουρανός γινόταν κόκκινος,
ενώ η γη ανατάραζε τα πέπλα της.
Κυνήγησα τις χελώνες και τα καβούρια να φορέσω το προστατευτικό καύκαλο.
Τα φίδια εξόντωσα να μην κινδυνέψω από το δηλητηριώδες δάγκωμα.
Στην ράχη ενός ελέφαντα ανέβηκα και φώναζα μέσα στην ζούγκλα,
να φοβηθούν τα μικρότερα ζώα.
Εξαργύρωσα δέκα νομίσματα κι αγόρασα θάρρος βάζοντας ενέχυρο τους φόβους μου,
χρειάζονται κι αυτοί κάποιες στιγμές...
Τέλος απόκαμα κι έμεινα σε μια σπηλιά.
Έτρωγα ακρίδες και χώμα μήπως και αλλοιωθεί η σάρκα μου και γίνω αέρας.
Κι όταν κι αυτό έγινε,
σε μια γωνιά σκοτεινή της σπηλιάς φάνηκε ένα πλάσμα γεμάτο φώσφορο.
Στραφτάλιζε και χόρευε υπνωτικά.
Στα δέκα του χέρια κρατούσε ένα σχοινί με κουδούνια μικρά.
Χόρεψε παιδί μου, φώναζε,
χόρεψε,
χόρευε αφρικάνικα,
κάνε θυσίες στους ανύπαρκτους θεούς,
γύρνα όπως οι ινδιάνοι γύρω από την φωτιά,
κυνήγα τις χίμαιρες,
ρούφα το μεδούλι από αυτά που βλέπεις.
Κι ενώ τα μάτια μου ξετυλίγονταν σαν φίλμ κινηματογράφου,
και πότε περνούσαν χρόνια,
πότε αιώνες,
είδα και κατάλαβα.
Ο κίνδυνος υπάρχει πάντα και απομυθοποιεί,
το κακό μου πορτρέτο,
τα κίβδηλα χαρακτηριστικά του εαυτού μου,
την αιματένια όχθη μου που ποτίζω τα θηρία.
Τους στρατηγούς της λογικής που κάνουν αρχηγό το παράλογο εγώ μου,
αυτούς που ταξιδεύουνε ινκόγκνιτο και δίνουν εντολές.
Ω! Πόσα ακόμη χρειάζεται να κάνω, για να γίνω άνθρωπος;
Και από πόσα να φυλαχτώ για να παραμείνω έτσι;
Κι ενώ οι αλήθειες σέρνονταν σαν ερπετά στα πόδια μου,
τότε έπεσα στα γόνατα,
τα μάτωνα καθώς διέσχιζα αγκάθια και πέτρες,
κι εκεί ακούστηκε το Κρόνιο γέλιο,
σύστηκε έξω από την σπηλιά μου και ξεγυμνώθηκα από το παλιό δέρμα μου.
Από τότε,
άλλοτε κοιτώ τον ήλιο όρθια και πότε στα τέσσερα,
είναι ατέλειωτο και βαρύ το έργο μου,
να βρώ την ισορροπία αυτή,
την λεπτή γραμμή  ανάμεσα ,στο θηρίο και στον άνθρωπο.
Και τα δυό να υπάρχουν χωρίς να καταπιέζει το ένα το άλλο.
Στο μεταξύ μακελάρηδες θριαμβευτές περνούν αγόγγυστα έξω από την σπηλιά μου.
Κι εγώ ένας αιμάτινος θρόμβος είμαι του πατέρα και της μητέρας μου.
Προς το παρόν τίποτε άλλο...
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου