Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Νάρκισσοι κοιτούν το άδειο βλέμμα τους στις φτωχικές βιτρίνες του κόσμου,
οι κούκλες στις προσόψεις κέρινα ομοιώματα,
κάποτε είχα βρεί μια τέτοια κούκλα στον δρόμο,
την έντυνα και την θαύμαζα, παιδί ήμουν και περίμενα να ζωντανέψει.
Δεν μπορεί η κέρινη όψη σου να ανταποδώσει θαυμασμό.
Το ξέρεις.
Στο μεταξύ γίνονται οι Νάρκισσοι μαύροι κύκνοι,
περνούν έξω από τα σπίτια μας,
προσπαθούν μανιασμένα να...
φτιάξουν μια άλλη θεώρηση για τον κόσμο τους,
μήπως και γίνουν περιεχόμενο κι αυτοί.
Φιλούν με άδειο στόμα.
Με σπλάχνα λειψά από αίμα.
Αγάπη.
Επαναλαμβανόμενα.
Ο κόσμος γυρίζει πάντα.
Αν πάνω του σε πιάσει ίλιγγος σταμάτα να κατέβεις.
Κάπου σταμάτησα κι εγώ,
κοιτάζω.
Τους μαύρους κύκνους.
Την λίμνη που στέρεψε από την ξηρασία.
Την ψάχνω μέσα στα μάτια σου.
Ο κόσμος παράλογος, περισσότερο από ποτέ ζητά να τον ψάχνω με λογική.
Μα πως να γίνει;
Εκείνος ο παιδικός φόβος του μπαμπούλα έγινε Νάρκισσος,
αδύνατον να συμβεί κάτι χωρίς κίνητρο.
Οι ενδοχώρες μας παλεύουν γι αυτό.
Να δονήσουν τις χώρες, να τις ζωντανέψουν.
Να ξαναγεννηθούν τα μάτια μας.
Πίσω από τα μάτια η εικόνα του κόσμου σαν μεμβράνη.
Μην με χαλάς σαν να μουν κέρινη.
Ζω, διαπιστωμένα.
Και τους μαύρους κύκνους αγάπησα και απάλυνα.
όσο μπόρεσα.
Άνθρωπος είμαι.
Ένας κόκκος στην έρημο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου