Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Το όνειρο της Πανδώρας

Στον ύπνο της, είδε, πως αυτός που αγαπούσε, πέθανε.
Τόσο  τον αγάπησε και τον πίστεψε που το υποσυνείδητο της λειτούργσε τελετουργικά.
Φύτεψε γρήγορα μια ελιά κι ένα αμπέλι.
Από τα μάτια της ξεχύθηκε μια αγριεμένη θάλασσα.
Πήρε το πτώμα του και ανέβηκε τον λόφο.
Φορώντας μαύρα.
Με στόμα κόκκινο και λευκά δάχτυλα.
Είχε την δύναμη ενός άντρα γίγαντα.
Ανέβαινε τον λόφο.
Με την πλάτη ραγισμένη, με τους ώμους γυρτούς, με τα κόκαλα να εξέχουν από το ρούχο,
σαν ενός αγγέλου, που χάθηκε, σε άτακτη πτήση.
Ανέβαινε τον λόφο.
Είχε διώξει τις μαινάδες, τον αρχαίο χορό, τις μοιρολογίστρες.
Ακούμπησε τρυφερά τον άντρα στο χώμα σαν έφτασε στην κορυφή του λόφου.
Αρχαία πουλιά με εκατό μάτια έκαναν ένα σύννεφο πάνω τους.
Προστασία στην τελετή, με τα φτερά τους.
Ενώ κατέβαινε από τον ουρανό μια βροχή με ταχύτητα φοβερή.
Με πυκνότητα και ορμή αγριεμένων θεών.
Έπιασε να τον κλαίει εκεί, δίπλα στην ελιά και στο αμπέλι.
Πρώτα φόρεσε το προσωπείο της Αφροδίτης.
Ύστερα της Ήρας.
Της Παναγίας της σιωπηλής.
Της Ινδής θεότητας.
Του ερέβους.
Της ανυποκρισίας, της πίστης.
Τον έκλαψε με χίλιους τρόπους.
Ώσπου συντονίστηκαν στον θρήνο τα σπλάχνα της.
Θρήνος βαρύς, βαθύς, έσκιζε τον λόφο.
(Σ αγαπώ), ούρλιαζε η γυναίκα, (όχι για μένα, για σένα).
Αυτός ένα πτώμα ενός άντρα γενναίου, γενναίος θα υπήρξε, γιατί χαμόγελο πλατύ αφέθηκε στο στόμα του, την ώρα που αποχωρούσε η ψυχή από το σώμα.
Κι ωραίος, όπως αυτοί που σκλαβώνουν για πάντα την γυναίκα με ένα τους βλέμμα.
Με σώμα δυνατό, σαν των αρχαίων.
Μαλλιά σγουρά και πυκνά..
Τον ξάπλωσε ανατολικά. Του αγκάλιασε τα χέρια και τα ένωσε .
Τον έπλυνε με λάδι μεθυστικό.
Τον άπλωσε σε ένα λευκό σεντόνι.
Μα δεν μπορούσε ακόμη να τον χαιρετήσει για πάντα.
Έφτασε το απόγευμα, καθώς κόκκινο χλωμό μέσα στο κίτρινο χανόταν στον ουρανό, τα πουλιά με τα εκατό μάτια ήρθαν επάνω τους.
Με τα ράμφη τους τα χρυσοπόρφυρα τύλιγαν τον άντρα, παραμέριζαν την γυναίκα καθώς τα έδιωχνε.
Ύστερα από το τελευταίο δάκρυ, άρπαξαν τον χαμένο άντρα και πέταξαν.
Στην αρχή χαμηλά.
Μετά λίγο ψηλότερα.
Γυάλιζαν τα μάτια και τα ράμφη τους, σαν ο τελευταίος ήλιος της μέρας να χε ζωγραφιστεί πάνω τους.
Και μετά, απότομα χάθηκαν στην ατέλειωτη έκταση του ουρανού.
Μόνο ένα μακρινό, μαύρο σημάδι, σαν κουκίδα...
Μετά, τίποτε...
Αυτή ξάπλωσε στο χώμα, καθώς η νύχτα ερχόταν, στο μπράτσο της έχοντας, την ουράνια μέρα,τον Αιθέρα και τον έρωτα.
Την ρώτησε ο Έρωτας, για πόσο καιρό θα τον πενθούσε ακόμα.
Αυτή, τυλιγμένη στα μαύρα της μετάξια, είπε, (για πάντα).
Είχαν πιά στεγνώσει τα μάτια της. Ήταν κατακάθαρα και λευκά.
Τα μακριά της μαλλιά περασμένα σε μια μαύρη κορδέλα.
Η μέση της μια δαχτυλήθρα, ευάλωτη και γυναικεία.
(Δεν σου αρμόζει το πάντα), είπε ο Έρωτας γελώντας αχνά.
( Εγώ θα κρίνω. Θα περάσω στην άλλη διάσταση, όπου η ζωή φτερουγίζει ανυπεράσπιστη στα χέρια των ανθρώπων. Ακόμη και να δίνομαι στους άντρες, αυτό θα ναι ένα τίποτε. Μόνο μια υπόσχεση ζωής. Εγώ θα κρίνω. Κανείς πια δεν θα μπορέσει να ανοίξει όλες μου τις αίθουσες, κανείς πια δεν θα δεί μέσα στα δωμάτια μου το χάος και την νύχτα, τον έρωτα και την ημέρα, τις μοίρες να χτυπιούνται μεταξύ τους ποιά θα με κερδίσει ως τρόπαιο. Εγώ θα κρίνω).
Κι έπειτα από αυτά τα λόγια όλοι έφυγαν.
Έμεινε μονάχη, δίπλα στο αμπέλι και την ελιά.
Πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Με ένα βουβό παράπονο. Με κείνη την γοητευτική λάμψη αυτού που είχε χάσει το πιό πολύτιμο,
απλωμένη στο πρόσωπο της. Στα χέρια της, σε όλο το σώμα. Θ'υμιζε λίγο την γοητεία των λαμπρών πόλεων που χάθηκαν στην φωτιά και στον πόλεμο, αυτήν την λάμψη που υπέβοσκε, γι αυτό τόσο άπιαστα γοητευτική ήταν....
Όταν ξύπνησε ήταν ιδρωμένη. Είχε αυτήν την χλωμιασμένη λάμψη, διάχυτη στο σώμα και στο πρόσωπο.
Άρχισε να κλαίει βουβά.
Καθώς ντυνόταν.
Καθώς άνοιγε το παράθυρο.
Καθώς η ανυπαρξία της ύπαρξης της ήταν δίπλα της, πιό αδυσώπητη και επικίνδυνη από ποτέ..
Κι οι αλήθειες να φτιάχνονται με την ίδια τέχνη που φτιάχνονται τα ψέματα, σκέφτηκε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου