Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Η τραγιάσκα του παππού μου

Ο παπούς μου από το νησί ήταν ψηλός κι ευθυτενής όσο μπορεί να ναι ένας μεγάλος άνθρωπος
Φορούσε τραγιάσκα κι ένα γιλέκο που αργότερα το ζήλεψα
Μιλούσε συνεχώς με ιστορίες και παραβολές
με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο ξόρκιζε τον θάνατο που έτρεχε στα νησιά
ειδικότερα ο Χειμώνας στα νησιά μπορεί να περιγραφεί σαν θάνατος, σαν ακτινογραφία της μοναξιάς
Η γιαγιά μου ήταν από αυτές τις γυναίκες που θα έλεγες δαιμονικές
ακούραστη πάντα κι άυπνη.
Αυτός, το μόνο που ήθελε, μια ήρεμη γωνιά για να διαβάσει ήσυχος
Όταν ήμουν παιδί φυσικά δεν με απασχολούσε  ο θάνατος
πίστευα πως θα ζούσα αιώνια,
ώσπου να μεγαλώσω ,του έλεγα, θα έχουν βγάλει το χάπι της αιώνιας νιότης
Κι αυτός σκεφτικός μου απαντούσε με μια γραμμή θλίψης ανάμεσα στα μάτια,
και κάτω από την τραγιάσκα του ο αγώνας να ζεί  ειρηνικά φαινόταν με λαμπρότητα,
αυτό ποτέ δεν θα το κάνει ο άνθρωπος παιδί μου,
ο άνθρωπος αιώνια μάχεται τον εαυτό του και μετά τους άλλους
Όταν ο παππούς μου έλειψε και κύλησαν τα χρόνια κατάλαβα τι ήθελε να πει
με κείνη την φράση του
την στιγμή που το πνεύμα ανυψώνεται το σώμα γονατίζει
Χρόνια τώρα βλέπω τους ανθρώπους να  περπατούν με το σώμα τους όρθιο
Χρόνια τώρα το βυζί του κόσμου στάζει αίμα
κι εμείς με ματωμένο στόμα δήθεν μεταλαβαίνουμε ψωμί και κρασί,
στην πραγματικότητα μεταναστεύουμε παντού φόβο και θάνατο,
απλό το διάγγελμα του ανθρώπου από την πρώτη του ύπαρξη,
για δες! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου