Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Ο ίλλιγγος της Ελένης σε έκσταση

Ήρθε πάλι η Ελένη,
με ξύπνησε καθώς είχα ήδη αφήσει τα φτερά του ύπνου μου, δανεικά κι άκομψα,
την είδα να κάνει τραμπάλα πάνω από τον κόσμο
ο κόσμος μέσα στο παν,
ένα φίδι καθώς δαγκώνει την ουρά του
μεσίστιες σημαίες οι γυναίκες, πονετικές αρκετά όσο να σπάσουν τα κουκούλια των πικραμύγδαλων.
Δεν κουβαλούσε ψυχρές επιρροές από την σήψη που κουβαλούν άνθρωποι-εμπορεύματα,
έμποροι των εθνών βαστώντας ψίχουλα αφιονισμένα,
πραματευτές από τα βάθη της Ανατολής μου είπε συνάντησαν την πονηριά της Δύσης.
Κάθησε στα πόδια μου σαν γάτα καθώς ξεσφράγιζα τον τελευταίο ύπνο απ τα μάτια μου.
Χλαλοές νερών μέσα στα μάτια της
αδίκαστοι οι εραστές που την ξεπουλούσαν πάλι κάτω από το παράθυρο μου,
μούγκριζε αυτό πίκρα ασάλευτη,
μην στάζεις άλλο νερό της είπα, θα γίνει υδρομαντείο πάλι ο φόβος σου,
θα τον βρούν αυτοί και θα κάνουν μαντείες,
θα τις πουλάνε έπειτα στα σκλαβοπάζαρα σαν σπάνιο είδος.
Απαθής η διαφάνεια στο δέρμα της έχασκε, αστρικά σιωπηλά καλοκαίρια,
κάτω από τεράστιους κλίβανους να καίνε ηδονές κι οδύνες μεταφέροντας στα σώματα των ωραίων ζώων,
αχ! Αναστέναξε η μονάκριβη, πόσο ωραίο ζώο μπορεί να γίνει ο άνθρωπος όταν θέλει.
Χόρευε με τα χέρια της σαν βεντάλιες
φανερώνοντας μάτια κρεολής αιματοκαμωμένα,
θέλω να πιώ όλες εκείνες τις ουσίες που θα καθιστούν το πνεύμα μου μονίμως μεθυσμένο,
να αντέξω γυρεύω λίγη κατανόηση,
λίγη ελπίδα και φως.
Και χόρευε καλώντας ξανά τον Μεφίστο,
αυτός  πάλι έπαιζε με τις φούστες των γυναικών, έριχνε ζάρια ποιά θα σταθεί ως πιό όμορφη,
να την καθήσει στα γόνατα του και να πιεί χυμούς και δόξες ερωτικές,
να πλυθεί πάλι ζητούσε σε πλάνες.
Πουλιά γίνηκαν άφωνα καθώς κοίταξαν το θέαμα,
εγώ με τον Μεφίστο αγκαλιά καταπίναμε αέρα αχόρταγα, λες και μόλις βγήκαμε από τον βυθό της θάλασσας,
ανοίγανε χοάνες στα μέλη μας τα μουδιασμένα,
μας έπιναν, μας έταζαν κόσμους νεανικούς και γλυκούς τόσο που δεν αντέχονταν.
Το σπέρμα του Μεφίστο κύλησε σαν το ρετσίνι του πεύκου,
πικρό και σαν τεθλασμένη γραμμή, τι παράξενο θέαμα,
λιγωτικό κι αποτρόπαιο ίσως στα μάτια τα ανθρώπινα.
Ελένη πάλι, να τρελαίνει όλα τα βίτσια αφαιρώντας την τελική κοντυλιά τους.
Με ορμή αλόγιστη,
λευτερώνοντας μυστικά γητειάς και ξόρκια,
λυτρωμένοι εμείς από το πλήθος η ανώτατη τάξη ξανά σε ερασιτεχνισμό,
λυτρωμένοι εμείς από τα προς σε πώληση,
τίποτε δεν έχουμε να πουλήσουμε, μήτε διαμάντια, μήτε πετρέλαιο,
ούτε τον έρωτα να πουλήσουμε λαθραία σαν επιβάτες ενός αεροπλάνου σε πτώση,
πτώση,
κατάπτωση του ζήλου μας ποτέ.
Ελένη ξανά, θωπεύει τις πληγές μας που τρεχαν τρελαμμένα ζουμιά πυώδη,
μολυσματικές γάγγραινες,
μακριά εμείς πάνω σε πλοίο,
γεμάτος ο ουράνιος θόλος αστρισμούς, κεραυνούς με φωτιές ως πύρινες γλώσσες,
μακελειό οι τάξεις των ανθρώπων, ταξικές και τοξικές φλύκταινες που ξερνούν μίσος κρύο.
Η κάψα του θερινού τοπίου όμορφη και πιό ζωντανή από ποτέ,
η Ελένη μου πάλι κερνά κόκκινο κρασί τον Μεφίστο να τον ζαλίσει,
να τον κάνει να αφήσει φως και αντρισμό να τον φορέσουν πάλι οι άντρες.
Κι αυτός εκεί να παραδέχεται την ήττα του
να μπήγουμε τις γλώσσες μας στο στόμα του να τον τρελαίνουμε ακόμα,
η Ελένη φορά λευκά πέπλα, με κυματισμούς στο ύφασμα, μαλλιά χρυσόξανθα σαν στάχυα,
με τα μάτια της κρεολής σημαίνοντα παλάτια,
χορεύω μαζί της γράφοντας σε πλήρη έκσταση,
αυτός ο κόσμος μπορεί να μην αλλάζει πάντοτε,
όμως θυμάται πότε πότε το περασμένο μεγαλείο του,
μοιάζει σαν τα βότσαλα που αφήνουν φωνές μικρές σαν αποσύρεται η θάλασσα για μέσα,
μοιάζει σαν το φως το γλυκό της αυγής μετά από ξενύχτι άγριο
σαν το αγρίμι-γυναίκα που ψάχνει την ολοκλήρωση δίχως αφέντες,
γράφω με ζωντάνια πάλι,
το δωμάτιο οσμίζεται τα πάθη μου,
φωταγωγημένα αυτά ενώνονται με της Ελένης κι αυτού που ακόμη άγνωστο είναι,
φτιάχνουν τρύπες στους τοίχους,
οι τοίχοι νοτισμένοι ανθίζουν άνθη σπάνια,
ω!
Πόσο όμορφος ο κόσμος όταν ο άνθρωπος ξυπόλητος γυρνά, σαν ταξιδιώτης επιμονος στην ομορφιά,
μαέστρος στην άσκηση της γοητείας,
πλήρης αυτή όταν ο άνθρωπος συναντά ξανά το ζώο μέσα του,
αυτό το μελαγχολικό ζώο που θέλει να ενώσει την μοναξιά και την φύση του
με ένα πνεύμα αθάνατο,
μοναδικό, γεμάτο χυμούς,
υψωμένο πάνω από όλα που είναι προς πώληση
ή με τέχνη επίπλαστη και φτηνή που κουβαλά το ψέμμα,
το ψέμμα το κιτς και το αχόρταγο κατακίτρινο γεμάτο χολή.
Πάλι η Ελένη,
εκστατική κι αληθινή πιό πολύ από ποτέ,
βυθισμένη στον ίλλιγγο,
τραμπαλίζεται τώρα ξανά πάνω από τον κόσμο,
δες με! Ακόμη εγώ μαζί της χορεύω!
Καίω από την φωτιά,
μαζί της αγριεύω!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου