Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Εξόριστος ο κόσμος

Αργούσε η επανάσταση,
στο μέρος της καρδιάς στολίδια περιττά κι ακάνθινα στέφανα θρόιζαν με μένος.
Το καράβι ακυβέρνητο έσταζε πίκρες
δάκρυα που τσαλακώθηκαν καθώς τσουλούσαν στα μάγουλα.
Όμοιες ήταν οι φωνές μας καθώς επισημαίναμε στους κατέχοντες ύλη,
πως να μιλούν για φιλανθρωπία αν δεν αγαπούν ότι αντίθετο από αυτούς,
αν δεν παίρνουν λάσπη να ζυμώσουν ψωμί,
αν από το συκώτι τους δεν ταίσουν αγρίμια,
αν δεν τσαλακωθεί αυτό το τέρας της τυφλότητας για πάντα;
Αργούσε η επανάσταση,
στο μέρος των χεριών τα χρυσά νομίσματα έλαμπαν κρύβοντας ήλιους,
μα πως γίνεται να κρυφτεί ο ήλιος με ρωτούσες,
δεν ήξερα να σου πω,
απλά ήξερα πως κάποιες φορές αυτό συμβαίνει.
Ούτε κι αυτός που ζουσε κάποτε στην χώρα με τα χρυσά παλάτια είχε βρεί απάντηση,
μπόρεσε να πει μονάχα πως για το ψωμί γίνονται οι φόνοι,
αν ο άνθρωπος δεν είναι πρώτα χορτασμένος, δεν θα εκφράζεται σαν άνθρωπος.
αλλά σαν δούλος.
Κι εμείς μένουμε σκεπτικοί αν καταφέρνουμε πάντα να αγαπούμε αυτά που δεν μας κουμπώνουν,
στο βλέμμα, στην καρδιά, στον νου.
Η μόνη επανάσταση που θα χει τύχη
θα ναι αυτή.
Όταν ο άνθρωπος ζει σαν άνθρωπος μαζί με τους άλλους,
όταν θα διαβάσει την ιστορία του από την αρχή,
όταν με την καρδιά θα βλέπει
και με τα μάτια του θα ζει...
ώσπου να συμβεί ετούτο να θυμάσαι,
εξόριστοι θα ζούμε από την αληθινή ζωή...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου