Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Ο ηλίθιος

Μιλούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας με γυναίκες,
αφήνοντας πότε πότε την υστερία του χαώδους γραφείου του,
είχε στην πλάτη του μαστιγωσιές ακόμη
από μια λέαινα που τον ξέσκισε.
Ενώ ο ήλιος αποχαύνωνε τους σκύλους στο πεζοδρόμιο
αυτός πιό αποχαυνωμένος βρισκόταν, ποιά γυναίκα να διαλέξει ακριβώς δεν ήξερε.
Μην φανταστείς πως είχε κάποια γοητεία
ένα σκαθάρι ήταν ξοδιασμένο,
... ένα άβγαλτο παιδάριο-άντρας που τρόμαζε αν πάνω από το κεφάλι του κρέμονταν όρθιοι οι κήποι της ηδονής...
Λιγωμένος έπεφτε πάνω στα πόδια της πρώτης που του απαντούσε,
έπειτα στης δεύτερης, έπειτα στης τρίτης.
Κι ότι αποκόμισε από αυτές,
το καύκαλο του να βάζει μέσα στο καύκαλο τους,
να γλυκοπερνά ο καιρός μήπως ξεχάσει την μαστιγωσιά της λέαινας...
Θυμόταν βέβαια να κάνει κάποιες φορές τον άντρα φωνάζοντας,
κι ο ίδιος ξαφνιαζόταν όταν άκουγε τον εαυτό του στον εαυτό του να φωνάζει...
Κι όλα του τέλειωσαν όταν βρέθηκε στον καθρέφτη μέσα μιας κοκέτας,
η ματαιοδοξία της τον πέταξε στο στόμα ενός σκύλου,
είναι βράδια που τον ακούω να κλαίει μέσα του,
μα τι παράξενο,
δεν βρίσκω ούτε ένα γραμμάριο συμπόνοιας..
Άπονη ως φαίνεται κατέληξα
κι εγώ μέσα σε τόσους άπονους...

1 σχόλιο:

  1. εξαιρετικό !

    υγ.το πήρα είδηση από το fb, κι από μια
    περίεργη σύμπτωση γράφω για τον "ήρωά' σου
    (στον πληθυντικό) στην Αντιποίηση (χθες).

    ΑπάντησηΔιαγραφή