Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Φυσικά τον αγαπούσε, με έναν τρόπο που θα μπορούσαν να νιώσουν μονάχα αυτοί που δεν κατοικούν εδώ.
Ποτέ δεν κατοικούσαν. Κατοικούν στα νερά και στα σύννεφα κι όπου ο άνθρωπος δεν μολύνει με την παρουσία του.
Τον αγαπούσε ενώ δεν ήταν εραστής της.
Αυτό δεν είχε σημασία στο μέγεθος της αγάπης και την ποιότητα.
Δεν θα επιδίωκε ποτέ να τον συναντήσει.
Είναι κάποιοι άνθρωποι που μας σημαδεύουν, σκεφτό...ταν, σαν να μασταν πουλιά και μας βρήκε μια σαίτα στην καρδιά ξαφνικά.
Δεν σου μιλώ για την αγάπη που έμαθες να βλέπεις γύρω σου, μιλώ για κάτι που υπάρχει παραπέρα από όσα ξέρουμε για την ζωή.
Άνοιξε το συρτάρι της, έξυσε τα πολύχρωμα μολύβια, έπιασε να τον ζωγραφίζει.
Ένα σκίτσο.
Δεύτερο.
Τρίτο.
'Ολα διέτρεξαν την ράχη της μέσα από τα μάτια τους.
Έπειτα έφυγαν από τα χαρτιά και γέμισαν τους τοίχους, την κοιτούσαν από όλες τις κατευθύνσεις.
Σηκώθηκε κι άνοιξε το παράθυρο. Κοίταξε έξω τα βαριά σύννεφα που μάζευαν βροχή.
Σκέφτηκε, οι άνθρωποι είναι σαν τον ουρανό, πότε ηλιόλουστοι και πότε συννεφιασμένοι.
Έριξε πάνω το σάλι της, εκείνο το μπορντό και βγήκε έξω.
Μέσα σε δυό μήνες γνώρισε την τρέλα και την απίστευτη μοναξιά που κουβαλούσαν σαν τον σταυρό κάποιοι άντρες που συνδέθηκε.
Τους το είπε κι αυτοί έγιναν δράκοι και έφτυναν φωτιές πάνω της.
Δεν κάηκε ούτε μια τρίχα της.
Καθώς περπατούσε κατάλαβε το γιατί, στην πραγματικότητα ποτέ δεν έπαψε να αγαπά τον έναν.
Αυτό ήταν η προστασία της.
Στο μεταξύ ο ουρανός έφτυνε κλωστές βροχής, δεν άλλαξε το βήμα της διόλου.
Το μόνο που λυπόταν ήταν πως είχαν μαζευτεί τόσοι άρρωστοι ψυχικά.
Και όλοι έλεγαν πως οι άλλοι έφταιγαν, ποτέ αυτοί.
Τα ξέχασε όλα τώρα καθώς ρούφαγε τα μάτια του.
Σαν να τον αγαπούσε από πριν.
Πριν γεννηθεί κι αυτό ήταν παράξενο.

( Μάτια από κάρβουνο)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου