Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Ερωτικό, άνευ λέξεων...

Ένας Νοτιάς μαγκωμένος έξω από την πόρτα.
Ο ποιητής, ο μουσικός κι ο φιλόσοφος ξαγρυπνούν τις άκαιρες νύχτες, μουδιασμένα κοιτούν σελίδες και χορταίνουν για λίγο το σαράκι που τρέφεται και γρήγορα πεινά.
Πάλι.
Θα ανοίξει την πόρτα βιαστικά μετά τα μεσάνυχτα η γυναίκα με το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι, σαν αρχαίο άγαλμα που το σκασε από ένα Μουσείο, θα ανοίξει την πόρτα και θα βγει πάνω στις χίμαιρες-αποδράσεις μιας πόλης -Χώρας λαβωμένης από λακέδες και σύγχρονους εμπόρους εθνών.
Θα βρεί εκείνον τον μελαγχολικό άντρα γιατί πάντα υποκύπτει στην μελαγχολία.
Κι είναι αυτή μελαγχολία ένας τρόπος να βλέπει τα πράγματα.
Έτσι τα ακυρώνει κι έτσι τα επιβραβεύει.
Άλογα λευκά οι άγνωστες προθέσεις της, αντικείμενο ερεύνης καμμιά από αυτές.
Ένας Νοτιάς μυρίζει αρμυρίκια και σκόνη.
Από χυμένο χρόνο ή χαμένο.
Άλλο να χύνεσαι, άλλο να χάνεσαι..
Βρίσκει εκείνον τον άντρα με χαμένο βλέμμα. Πως να του μιλήσει για τον πυρετό της;
Θα ήθελε οι λέξεις να λαξευτούν σε μια σελίδα και να γίνουν ορμητήρια κουρσάρων.
Από εκεί έρχεται, πέρα από την έρημο, πέρα από τις Στέπες.
Μπορείς να πεις με ένα σου βλέμμα σε ε΄χω ανάγκη;
Χωρίς την κίβδηλη προοπτική ενός ψέματος, ενός υποκριτικού ταλέντου, ενός θραύσματος αίματος.
Αυτό θέλει να κάνει. Να νιώσει και να την νιώσουν χωρίς λέξεις.
Το πρωταρχικό καθήκον της τρυφερότητας αυτό ίσως να είναι.
Λέμε ίσως ,γιατί ότι ισχύει σήμερα, δεν ισχύει αύριο ή μεθαύριο.
Γυρνά γύρω του σαν δείκτης 'η σαν πουλί που πετά χωρίς ταχύτητα.
Αφήνει το κεφάλι της στα χέρια του σαν να ήταν ένα λάφυρο.
Κι αυτός την κουμπώνει στιγμιαία πάνω του, να μην καταλάβουν οι άλλοι και μπερδέψουν τις αλήθειες, αυτές είναι δικά τους παιδιά.
Την ακουμπά έπειτα πάνω σε ένα πιάνο και αρχίζει να πιέζει τα πλήκτρα,να πέσει ο πυρετός της πρώτα με ένα μουσικό κύμα.
Η μουσική είναι μια αληθινή μορφή τέχνης, δεν επιδέχεται εξηγήσεις αυθεντικότητας.
Μετά μιλά  ο έρωτας με πλάνες.
Τρώει αχόρταγα και ακαταπαύστως.
Είναι που κόβει τον χρόνο ακαριαία..
Κι οι δυό τους για δικούς τους λόγους δεν έχουν απωλέσει τα φωτοστέφανα.
Λάμπουν σστο ημίφως της ζάλης.
Δεν είναι άγγελοι ούτε διάβολοι.
Είναι η σκόνη τους στον χρόνο, αυτήν μοιράζονται.
Οι κλωστές πα΄θους μεταπηδούν στο ταβάνι.
Από το πιάνο.
Το κρεβάτι.
Μην με διαβάζετε, κερδείστε τον καιρό σας, αυτό λένε.
Με τις δικές τους λέξεις.
Ονειρεύομαι έναν κόσμο που η επικοινωνία θα γίνεται με τα μάτια, στο χω ξαναπεί πολλές φορές.
Τώρα το πάθος σωριάζει μια ενέργεια συμπαγή .
Ενώνεται με την ενέργεια του πιάνου.
Πόσες φορές διάβασες την αγωνία ενός πιάνου;
Η γυναίκα πετά το μαντήλι από τα μαλλιά της, πετά τα ρούχα και μένει γυμνή.
Το ίδιο κάνει κι εκείνος..
Ενώ το πιάνο παίζει μόνο του...
Δεν είναι παράξενο;
Η βροχή έξω από το σπίτι κοιμάται στα σύνεφα.
Κι αυτός ο Νοτιάς την ζητά απελπισμένα.
Σαν πυρετός που τυλίγει αυτό το σύμπλεγμα των κορμιών και του πιάνου.
Πόσοι από εσάς έχετε αγαπήσει πραγματικά ένα πιάνο;
Η μελαγχολία της Άνοιξης σπάει και διαθλάται.
Μην πείτε στον εαυτό σας πως δεν θα ερωτευτείτε...
Ο Νοτιάς γυρνά σαν άδικη κατάρα.
Είναι η οργή του που δεν μπορεί να μπεί μέσα στο σπίτι.
Να σηκώσει στον αέρα το πιάνο.
Αυτό ζηλεύει και τα άναρθρα βογκητά των ανθρώπων..
Από ποιά εστία γεννιούνται και πεθαίνουν;
Αυτές οι κραυγές που δεν περιέχουν τις ανθρώπινες λέξεις...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου