Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Η παρθενία στα τόξα των φρυδιών σου έσπασε
Από τις τρύπες τους ήχοι ήπιοι και εβένινοι,
ασύμφωνης μουσικότητας.
Προκρούστες με τιμαλφή στα χέρια σε έξυναν σαν να σουνα μπρούτζινος θεός ριγμένος αιώνες στην θάλασσα,
το μόνο που έκαναν να χαλ...άσουν τα χέρια τους.
Κρατούσα ένα μαχαίρι που με είχες μάθει να πετάω στην καρδιά όταν πρέπει.
ΤΟΥς κάρφωσα καθαρά.
Θυμάμαι την πικρή τους έκπληξη σαν κοίταζα τα μάτια τους
ενώ το αίμα στόλιζε τα πόδια τους.
Ασύμβατοι είμαστε, ψιθύριζες, ασύμβατοι και μόνοι.
Κι όμως εγώ απλά κρυβόμουν μην καταλάβουν την φτιαξιά μου,
τα τεθλασμένα σπίτια μου στα δέντρα.
Ακόμη και τότε λοιπόν έκαιγε μέσα σου ο εγωισμός.
Την νύχτα πετάξαμε τα πτώματα στους γύπες,
ανάψαμε φωτιά και έπιασα να σου φτιάξω ξανά τα τόξα τα σπασμένα στα φρύδια.
Μα αυτό που απόμεινε ήταν ήδη ειπωμένο κι αρκετά πρόστυχο.
Είχες τελειώσει πια και το ρίγος στην πλάτη μου δυνάμωνε.
Τίποτε δεν ήταν τέλειο.
Μόνο το ρετσίνι στο πεύκο έβγαζε δάκρυα γι αυτό,
εγώ ανήμπορη ήμουν και για λίγα δάκρυα.
Έξυσα τα δάκρυα στον φλοιό να μην υπάρχουν και το μαχαίρι γλυκό άρχισε να σου γλείφει τα γόνατα.
Με χαλασμένες αρθρώσεις δεν θα μπορούσες να πας μακριά,
δεν ήταν που τελείωσες, ήταν που νόμιζες πως τίποτε δεν άλλαξε.
Με το επιμύθιο αυτό τράβηξα για τα μαύρα σπίτια,
τώρα τα δέντρα δεν θα μου άφηναν χώρο για να μείνω πάνω τους,
ήταν απόλυτα συννενοημένα.
Το μόνο που κοίταξα ήταν να φυλάξω καλά το μαχαίρι μου,
ακόμη άκουγα τις κραυγές σου καθώς χανόμουν στο βαθύ δάσος.
Μα μετά από λίγα λεπτά τίποτε δεν άκουγα,
τώρα έπρεπε να επιβιώσω κι εγώ...


( Τέλος εποχής)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου