Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Το σκυλάδικο της Φ, Νέγρη

Σκυλάδικα, νύχτα Σαββάτου, έπεφταν οι μπόμπες στους λάρυγγες σαν βεγγαλικά,
κάθε ένα από αυτά, σε άλλον φωσφόριζε, σε άλλον γινόταν πηχτό σκοτάδι,
ένα κοπάδι τρέκλιζε σαν βιολί χαλασμένο στην πίστα,
γεμάτη σάλια η πίστα και γαρύφαλλα από τα... κοιμητήρια,
οι έρωτες ξοδεύονταν για να ξεχάσουν το όνομα τους,
δίχως ταυτότητες και σήματα μορς σαν σωσίβια σε λέμβους τρύπιες.
Από παντού μπάζει αλήθειες και βρόμες έλεγε ο τελευταίος Σαμουράι,
στο πρώτο τραπέζι είμασταν και είχαμε θάψει τους θεούς.
Και μια καλλονή από την Ρωσία έψαχνε έπαθλα φιλαρέσκειας, ώσπου απολύτως μεθυσμένη,
την πήρανε στην τουαλέττα τρείς παραδομένοι σε ένα άλλο είδος, άγριας τρέλας.
Η Άννα έκλαιγε τον πατέρα της, ο Μάνος την Ελένη,
με τόσα δάκρυα ξαφνικά επάνω στο τραπέζι ήθελα να τα κάνω όλα σκόνη,
ενώ τα νταιλίκια πέφταν σαν βροχή.
Μα κάπου εκεί ένα χαμόγελο στην απέναντι γωνιά μου κανε νεύμα συμφιλίωσης.
Αυτός δεν φοβόταν τίποτε, εκτός του εαυτού του,
μην μαλακώσει η καρδιά του και γίνει βούτυρο στο ψωμί κάποιου κοπρίτη.
Της νύχτας ήταν καβαλάρης επάνω σε ένα εξάσφαιρο.
Εδώ μέσα είναι όλα, όλα την ημέρα είναι ίδια ενώ φαίνονται άλλα,
έτσι είπε και αισθάνθηκα μέσα του μια ματαιοδοξία, παιδική.
Χρόνια αργότερα τον υπερασπίστηκε για φόνο, ένας που αρεσκόταν να δίνει συνεντεύξεις, ( μεταξύ μας ακομη αυτό κάνει).
Δεν έφταιγε που οι περισσότεροι κλαίγανε γιατί ήταν οινοπνευματώδεις,
ήταν που κινούνταν από το πιό μαλακό μέταλλο,
οι περισσότεροι από αυτούς σήμερα είναι βούτυρο στο ψωμί κάποιου κοπρίτη,
ακόμη κι αυτός της νύχτας που έγινε ο χειρότερος γιατί φοβάται πια τον εαυτό του.
Αυτό που δεν θα ξεχάσω, όμως ποτέ μου, ήταν πόσο ξεύτιζαν οι έρωτες σαν τους αντίκριζες μόλις άχνιζε το πρώτο φως του ήλιου.
Σαν μαραμένα φύλλα στο κατώφλι σου.
Αυτό που ακουμπά ακόμη την μνήμη μου ήταν η ορθογραφία των προσώπων.
Και το τσιγάρο που δεν λέω να κόψω..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου