Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Σποράκι της ερήμου

Σποράκι της ερήμου σε βρήκα, μα θέριεψες γρήγορα
Κρατιόμουν από την γεύση σου κάπου στο Σύνταγμα και παρατηρούσα τα περιστέρια
Φιλιόντουσαν ανάμεσα στους ανθρώπους
Κάποιοι γονατισμένοι από τις ειδήσεις στις εφημερίδες ,προσοχή δεν έδιναν
Η άκανθα της σκοτεινής σου αγάπης σιώπησε
Και μπήκα σε ένα καφέ για να κρυφτώ από τον ήλιο που έκαιγε ανελέητα
Στον καθρέφτη απέναντι έβλεπα το πρόσωπο μου
Να χαμ...ογελά με λίγο αίμα στις άκρες των χειλιών
Βλέμματα λοξοδρομούσαν να βρούν το δικό μου κι εγώ δεν τους το έδινα
Το σποράκι ζητούσα το δικό μου, εκείνο της ερημιάς στην ψιλή άμμο
Το πονεμένο μου Καλοκαίρι το πέρασα μαζί σου
Κι αν ο έρωτας θα φόραγε σαίτες θα λάβωνε όλο το νησάκι
Μα τώρα, τέλος Άνοιξης, ο κότσυφας έγινε λιοντάρι
Φωλιάζει μέσα στο στήθος μου ώσπου να βγει
Να θρηνήσει την απώλεια σου και την ήττα την διπλή, καθώς ναι, θρηνούν και τα λιοντάρια
Είναι η ζωή μας ένας σταυρός με λυγαριές και πικροδάφνες
Τον κουβαλούν ακούραστα ρομαντικοί κι απόκληροι ενός θεού χιλιοπεσμένου
Καλό κατευόδιο, φωνάζω όποτε βλέπω κάποιον από αυτούς να ξεκινά για τον Αχέροντα που ζωντανοί υπάρχουν αλλά κυκλοφορούν σαν νεκροί
Πικρές μπύρες κερνούσε ο μπάρμαν και τσιγάρα κάπνιζα μανιωδώς
Και υπερτερούσε η γεύση της απώλειας
Σποράκι της ερήμου σε βρήκα, μα θέριεψες γρήγορα
Δεν έκανα τίποτε να σταματήσω την φυγή σου, αντιθέτως την επιτάχυνα δείχνοντας πως συμφωνούσα
Δεν μιλάμε γι αυτά που μας καίνε, μιλάμε για όλα τα άλλα
Κι ο καθρέφτης απέναντι μου έδειχνε το ματωμένο μου χαμόγελου να μεγαλώνει, σαν κάποιου κλόουν
Σκέψου, ειπα στον μπάρμαν, έχεις ξαναδεί χαμόγελα να κλαίνε αίμα;
ΈΧΩ δει, μου είπε, μα έχει περάσει ένας αιώνας...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου