Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Θαλασσοκαμωμένος

Με φύκια στα χέρια του την χάιδεψε,
την παρηγόρησε όπως παρηγορούν τα κόκκινα πουλιά την ουρά τους που μόνη στέκεται, δίχως την αφή του ράμφους/
Δεν είμαι ανθρωπιστής, της είπε, αγαπώ τους παγανιστές,
αγαπώ όλες τις θρησκείες,
μα πιό πολύ αγαπώ την μύηση.
Έτσι θα σε γιατρέψω, κάνοντας μια μύηση σε εσένα,
με λατρευτικές τελετές αρχέγονες.
Αν με ερωτευτείς, θα γιατρευτώ, μόνο μην μ...ε αγαπήσεις, είπε αυτή λίγο μελαγχολικά.
Γιατί ότι αγαπώ το αφήνω ελεύθερο, γι αυτό και με φοβούνται.
Και τότε αυτός χάιδεψε τα στήθια της,
κόκκινα κι αυτά και πάλονταν.
Απροκάλυπτα και βασανιστικά φάνηκε τότε η άμμος.
Την γέμισε με αυτήν και έγινε ότι τα κορμιά που ξαπλώνουν πάνω της μέσα στα Καλοκαίρια.
Αν μπορούσαμε να αγαπούμε σαν τους αρχαίους ότι ήταν κάλλος,
τότε θα είμασταν διαυγείς και γαλήνιοι, είπε η γυναίκα και άφησε το κεφάλι της να ξαπλώσει στον δεξί του ώμο.
Υπάρχει τρόπος να κρατάς τον έρωτα σαν την γητειά.
Να μένεις γαλήνιος ενώ καίγεσαι...
Την ένιωσε βαθιά του κι εκείνη πρόσεξε τα μάτια του.
Θάλασσα ήταν,
κάτι από μπλε και πράσινο στο βάθος τους.
Και μικρές κίτρινες τελίτσες.
Σε λίγο ακούστηκαν παφλασμοί κι αδίστακτα άρχισαν να κολυμπούν μέσα τους, το νερό ήταν φιλιά και πλεύσεις αβίαστες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου