Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Η ΠΑΝΩΡΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΘΩΣ ΧΑΘΗΚΕ

H γυναίκα της διπλανής στέγης στάθηκε δίπλα μου
ρωτώντας που πάνε για την θάλασσα κεντούσε τα βήματα της,
είχα ξεχάσει πως μπορούσα αυτό να το δω απλά παρακολουθώντας κάποιον να περπατά.
....
Ξεχασμένα λιμάνια ξεδίπλωναν παλμούς,
εισιτήρια σε πλοία κουρσάρων κίτρινα,
μα πιό κίτρινα τα μάτια τους που κοίταζαν εμένα καθώς πάλευα απεγνωσμένα με ένα εγώ που δεν έψαχνε κίνητρα.
....
( Που πας γυναίκα;) ρώτησα και άρχισαν να λυγάνε τα γόνατα μου.
....
(Θα πάω να παίξω την ζωή μου σήμερα), μου απάντησε κι έμεινα από ερωτήσεις.
.....
Την άλλη ημέρα έμαθα τον χαμό της,
την βρήκανε λέει μέσα σε χαμόμηλους με ματωμένα μάτια.
Την βρήκαν παιδιά που έπαιζαν σε έρημη αλάνα.
....
Κι ο ήλιος θεέ μου πως έλαμπε ανάμεσα στα μαλλιά της!
Θα έλεγες πως το δέρμα της είχε γίνει διάφανο,
κάτω από το δέρμα της οι φλέβες διάφανες,
ένα μακρύ χαμόγελο στην άκρη των χειλιών της,
το στήθος της φιλοξενούσε μικρά πουλιά κόκκινα,
την φίλαγαν απαλά με την πλάνη τους,
πίστευαν πως ήταν δέντρο με τροφή.
....
Κι ενώ ξανά οι Κυκλάδες με κατέκλυζαν από την αρχή με έναν κρύο ιδρώτα,
χιλιάδες μαυροντυμμένες γυναίκες φάνηκαν στην άκρη του μικρού λόφου,
κρατώντας στα χέρια τους κλαδιά ελιάς με κοίταξαν βαθιά και τρόμαξα,
είχα βλέπεις διακρίνει εκτός της λύπης τους  και την ιστορία της φυγής τους πολύ πριν..
.....
Πρόσφυγες μέσα σε έναν άθλιο κόσμο
μου δωσαν να κρατώ ένα παλιό βιβλίο,
το εξώφυλλο κοσμούσε η εικόνα της νεκρής γυναίκας...
.....
Και τότε μόλις ανακάλυψα πως νεκρή ήμουν ανάμεσα σε νεκρούς
κι ας κράταγα τόση όπως νόμιζα ζωή...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου