Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Το κοίταγμα της Άνοιξης

Γιατι την Ανοιξη ολα μελαγχολουν απαλα διχως ενταση; γιατι περπαταω θολωμενα διχως σκοπο;
Γυρω ολα φωναζουν κι εγω με μια ανασα δεν μπορω μονο παρα να παρασυρθω..
Ψαχνω την ενδοχωρα μου,εκει που παλιες ψυχες τραγουδουν για την γεννηση και το θανατο,
λυτρωνομαι ξαφνικα απο την ελειψη των απαντησεων, μετα παλι ξαναπεφτω σε μιαν ακροτητα.
Δεν χωραω την ψυχη μου πουθενα, οταν κοιμαμαι παιρνει δρομο, οταν ειμαι ξυπνια θελει συνεχεια τροφη, φως, αγαπη, ζεστη, της τα δινω και μετα παλι φευγει.
Με κανει να απορω για την αντοχη της, περπαταει ωρες ατελειωτες, φωναζει που την περιοριζω σε πεντε αισθησεις... θελω κι αλλες μου φωναζει. Και δεν ξερω τι να πω..
Μπαινω στα τραινα και και βλεπω τις εικονες εξω απο τα παραθυρα, αλλοτε φοραω σκουρα γυαλια να κρυψω την ενταση, αλλοτε παλι κοιταω τα σχηματα τα συννεφενια και γεμιζω γαλαζιο..
Ακροπατω για να βλεπω ολη την εικονα, ειναι πολυς ο καιρος που δεν την φοβαμαι... με μαθαινει να ψαχνω σε καθε πλασμα την παρουσια του θεου κι οχι την υπαρξη του... με εχει κανει να σιχαινομαι την αδυναμια και να γινομαι πολλες φορες ο εχθρος μου
Συχνα αναρωτιεμαι για το αντιτιμο των ηδονων, αλλοτε τις ακουω να φωναζουν επιτακτικα σαν βρεφη, αλλοτε θελουν καινουργιες τροφες για να μεγαλωσουν, αλλοτε κουρασμενες φωλιαζουν στην καρδια μου και με γλυκοναρκωνουν. Αλλοτε καινε το στομα θελοντας νερο και με πηγαινουν σε κοσμους καινουργιους, μεχρι να τους γνωρισω να κατακτηθω ή να τους κατακτησω.
Μου φωναζουν να γινω πειρατης, να μπω σε αλλα καραβια για να αδραξω τους καρπους που κρυβονται εκει περα...
Με κανουν τοτε να αναρωτιεμαι με τους φοβους μου, φοβαμαι για εμενα ή τους αλλους;
Και τα παραθυρα ανοιχτα μες τους νησιωτικους αερηδες γιατι να με φοβιζουν ταχα; αφου πειρατης γινομαι πολλες νυχτες...
Ειναι και φορες που ξυπναω με την αισθηση πως πεταω, διαμαρτυρομαι τοτε γιατι κοπηκε αποτομα η εικονα. Δρομος, δρομος που ανοιγεται εμπρος μου και φοβαμαι παλι πως γρηγορα θα σβησω, φοβαμαι μην δεν κανω πραγματα κι οχι αυτα που εχω κανει.
Ανατριχιαστικη γοητεια, καθηλωνομαι στον καρπο σου, γευομαι και σε κοιταζω διχως να χορταινω την διψα, οι ηδονες ειναι βαμπιρ που ευκολα θεριευουν, βγαζουν δοντια και ρουφουν, μεχρι να πιασουν μαζα.
Ανεβαινω στις ταρατσες και φανταζομαι τις ταρατσες του κοσμου, αχ, πως ηθελα να κλεισω μεσα μου την αισθηση, το μαλακο σας χρωμα. Να γινω αορατη για λιγο, να τρυπωνω κατασκοπικα να βλεπω κι αλλες σκεψεις, να απαλυνω την θλιψη και τον φοβο σας, να αλλαζω φυλλα και να χωνομαι διαρκως να καταλαβω που ειναι το οριο που αλλος εχει βαλει.
Βλεπω, ακουω, μυριζω, γευομαι, αισθανομαι τα αφηνω ελευθερα να δρεψουν αυτα που εκεινα θελουν, μεχρι να γινονται παιδια, πισω, εκει που ξεκινησε το ταξιδι.
Ενας λαμπερος σαμανος με λουζει με χρυσαφενια υλικα και τοτε λαμπυριζω, με αφηνει επειτα σε κοιλαδες ονειρικες ή αλλοτε καταξερες κι ερημους. Μα παλι ψαχνω τους καρπους, λες και ενα λυτρωτικο χαδι του θεου θα με γαληνεψει εκει και θα μου ανανεωσει τον χρονο μου πανω στη γη, λες και θα γινουμε ενα, ενα με το ελευθερο, ενα με το ωραιο, πισω, πολυ πισω, εκει που ξεκινησε το ταξιδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου