Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014


Ρακένδυτος και μόνος, ήταν ο γέρος, στην γωνία της Ακαδημίας/ Άργησα να καταλάβω πως ήταν πεθαμένος/ Από τη τσέπη του παλτού του εξείχε ένα χαρτάκι , έγραφε, -κανείς δεν υπάρχει για σένα, αν δεν έχεις φράγκα- Σκέφτηκα, άραγε κανείς δεν τον αγάπησε; Και τότε πρόσεξα τις γυμνές του πατούσες, λευκές, σαν ορχιδέες πληγωμένες/ Ή θα μπορούσες να πεις και σαν μωρού/ Γιατί ο γέρος πριν πεθάνει ξανά βρέφος γίνεται/ Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και κοιτούσαν τον ουρανό/ Οι πεζοί έτρεχαν να προλάβουν τις εκπτώσεις, ένα τετράγωνο πίσω από τον γέρο ένα πολυκατάστημα γεμάτο/ Όταν ήρθε το ασθενοφόρο είχα προλάβει να διώξω από επάνω μου την ακαμψία μου μπροστά στον θάνατο/ Του είχα κλείσει τα μάτια για να μην ενοχοποιείται ο ουρανός/ Πρόλαβα να του πάρω το χαρτάκι και να το χώσω στην τσέπη μου/ Και καθώς χάθηκα στο πλήθος, χάιδευα τις λέξεις με τα χέρια μου, σαν να ήξερα το σύστημα των τυφλών/ Τυφλή κι εγώ αφού ζω ανάμεσα στους τυφλούς/ Μόνο το χαρτάκι θα θυμίζει τον θάνατο του/ Κι εκείνες οι λευκές πατούσες που μου θάμπωσαν τα μάτια.. Λευκές κι αθώες ήταν αγάπη μου, σαν ορχιδέες.. Ο γέρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου