Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014


Φιλί σε απρόμαυρο (Αφιερωμένο) Μπήκε μέσα στο μπαρ και τίναξε την βροχή από επάνω της. Την αγαπούσε την βροχή, την λάτρευε, την άφηνε να την μουσκεύει και να την μουλιάζει. Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος είναι ηδονή σκέφτηκε, μπλεκόταν αυτή η μυρωδιά με του δέρματος της και του αρώματος μέσα από τα ρούχα της. Αυτός είδε μια γυναίκα να μπαίνει μέσα και ένας λεπτός μαγνήτης του έσκισε την σάρκα. Παρακάλεσε τις άγνωστες δυνάμεις να καθίσει δίπλα του όπως κι έγινε... Την έβλεπε στον καθρέφτη απέναντι του, μέσα στο ημίφως, η αύρα της λουζόταν από μια άγνωστη σε αυτόν τρυφεράδα.. Την μύρισε. Την είδε να ψάχνει για τον αναπτήρα της, της άναψε και χαμογέλασε καθώς του γουργούρισε σχεδόν<< ευχαριστώ>>. Το μπαρ έπαιζε θανατηφόρα τζαζ κάπου σε έναν λόφο κυκλωμένο από νεραντζιές. Το θαμπό φως του μαγαζιού τρεμόπαιζε σαν πεταλούδα. Η Billie άρχισε να ρίχνει γροθιές από βελούδο. Αυτός ένιωσε πως η άγνωστη αγαπούσε την πληγωμένη μοναξιά της φωνής της, πως την λάτρευε. Άφησε τον εαυτό του ελεύθερο να συντονιστεί μαζί της, να την ψάξει σαν ανιχνευτής ναρκών. Την άκουγε, την έβλεπε, την ένιωθε. Δεν την ανέλυε τόσο ώστε να την χάσει.. Και ξαφνικά του ήρθε η παρόρμηση να της μιλήσει, έσκυψε λίγο κοντά της ώσπου η μυρωδιά των μαλλιών της τον κύκλωσε σαν φωτιά. <<Δεν θέλω να σε αναλύσω τόσο, ώστε να σε χάσω, είναι γνωστό πως ότι αναλύεται πολύ στο τέλος εξαφανίζεται>>, της είπε άφοβα. Τα μάτια του γυάλιζαν σαν μιας τίγρης που όμως ήταν φιλική, το ίδιο και τα δικά της όταν γύρισε και τα κάρφωσε επάνω του. <<Κάπου σε ξέρω>> του είπε και κατέβασε βαθιά τον καπνό. <<Κι εγώ, είναι περίεργο αλλά σε ξέρω χωρίς να σε ξέρω, θέλω να πω>>... <<Σςςςς>>, του έκανε εκείνη. Είπες πως δεν χρειάζεται ανάλυση. Αρκεί που έχουμε την ίδια αίσθηση.. <<Θα με πεις τρελό αλλά θέλω να σε φιλήσω κι ας είσαι ονειροπαγίδα. Ήθελα να το κάνω μόλις μπήκες μέσα>>. Η γυναίκα κόλλησε κοντά του μετακινώντας το σκαμπό της με απαλές κινήσεις. Κι έκανε ότι αυτός στην αρχή χωρίς να το ξέρει.. Άφησε τον εαυτό της ελεύθερο να συντονιστεί μαζί του, να τον ψάξει σαν ανιχνεύτρια ναρκών... Τον άκουγε, τον έβλεπε, τον ένιωθε. Κι ενώ σχημάτιζε μια πρώτη εικόνα των ανθρώπων μέσα από την εμπειρία και το ένστικτο της τώρα δεν σχημάτιζε κανένα ανάγλυφο και καμιά πεποίθηση. Ίσως συμφωνούν τα ζώα μέσα μας, αυτά που θέλουν να αγαπηθούν, σκέφτηκε. Και γιατί να συμφωνούν; Αναρωτήθηκε. Χρόνια τώρα έψαχνε τον εαυτό της μέσα στους άλλους. Εραστές εναλασσόμενοι , εραστές ανίσχυροι και εραστές υπαρκτοί ως διαβαθμίσεις του πέους. Στύσεις αργές και δυνατές. Στύσεις γρήγορες και αμφίβολες. Πίσω από τις στύσεις ο μύθος του άλλου μισού. Ένας μύθος που τον έπλαθε αργά αργά στο σακούλι της καρδιάς της.. Όπως έκανε κι ο άντρας δίπλα της, το ήξερε χωρίς να το ξέρει συνειδητά. Ήξερε πως οι άλλοι σαν ζόμπι τρέφονταν με το πάθος τους... Κι όταν οι ίδιοι εξαντλούσαν το πάθος τους από την ανία της ψυχής τους οι εραστές κι οι ερωμένες το έβαζαν στα πόδια. Δεν άντεχαν και πολύ... Έσκυψε κοντά του. Πρώτη φορά ενεργούσε τόσο γρήγορα, πρώτη φορά κάποιος άλλος την οδηγούσε σαν αυτόματος πιλότος... Κοιτάχτηκαν βαθιά ενώ η Billie συνέχισε σαν σαύρα να περιφέρεται επάνω στην μπάρα μπροστά τους. Η σαύρα ήταν κόκκινη και η γλώσσα της παλλόταν. τους έσπρωχνε με μια αλλόκοτη δύναμη να κολλήσουν. Χάιδεψε τα γόνατα της. Μια ζεστασιά οικειότητας την τύλιξε παντού. Κι ο πόθος με τα μετάξια του ξιφολογχούσε με την λογική και την αντίσταση. Πήρε το πρόσωπο της στα χέρια του, χάιδεψε τον αυχένα της, μετά φίλησε το χέρι της, έπιασε να γλείφει τα δάχτυλα της παίρνοντας μια γεύση αρμύρας και γλύκας. Το ίδιο έκανε κι αυτή. Ένιωσε το πρώτο κύμα του πόθου να την τινάζει μακριά. Ο μπάρμαν ήταν απασχολημένος.. Τον φίλησε. Μαζί με την γλώσσα εκείνης της κόκκινης σαύρας άπλωσε μέσα στο στόμα του κρατήρες. Οι κρατήρες άνοιγαν.. Μαβιά και κόκκινα λουλούδια άνοιγαν μαγικά τους κάλυκες τους κάτω από την ηφαιστειακή μάζα. Ακατανίκητος πόθος. Εναλλαγές φιλιών και ανάσας. Εναλλαγές στην επιτάχυνση που ζητά ο λαγόνας να ξοδιάσει ενέργεια και να πάρει. Ακατανίκητος πόθος. Τα φιλιά άνοιγαν και προεκτείνονταν μέσα τους. Το σώμα από μέσα άρχισε να πονάει. Ζητούσε να κουμπώσει το ένα μέσα στο άλλο. Μέσα, όχι επάνω το ένα στο άλλο... Τα φιλιά έγιναν ένα. Το ένα δέσποζε στην αόρατη αρένα της σελήνης. Κόμποι και κλωστές άνοιγαν με ταχύτητα. Κόμποι. Κλωστές. <<Άνοιξε με, κάνε με ανίσχυρη και δυνατή>>. του ψιθύρισε μόλις ένιωσε πως το φιλί τώρα ήταν ασπρόμαυρο. Το φιλί ήταν ισχυρό και διέλυε κάστρα απόρθητα. <<Θα σε ανοίξω, θέλω να αγαπηθούμε>> , της είπε. Τώρα έτρεμαν κι οι δυο τους. Δεν είναι εύκολο δυο άνθρωποι να λένε και να εννοούν το ίδιο πράγμα. Πλήρωσε τα ποτά τους και την έβγαλε έξω αγκαλιάζοντας την με την στοργή ενός φτερωτού πλάσματος.. Μύριζε βροχή και νεραντζιές. Μύριζε η μυρωδιά τους..... Ο δρόμος πάσχιζε να τους φωτίσει με το μουντό ηλεκτρικό φως τους. Μα αυτοί έλαμπαν από μέσα τους..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου