Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

ερωτικό


Διέσχισε το πεζοδρόμιο και ένας πικρός βοριάς την χτυπούσε στο πρόσωπο. Προσπαθούσε να <<φανταστεί>> τα βήματα του Καρούζου και του Καραγάτση στην ίδια περιοχή, το μέτωπο τους, τα χέρια τους μέσα στις τσέπες και την ταραχή που έχουν, όσοι ταγμένοι είναι, να παρατηρούν. ΒΡήκε το νεοκλασικό διώροφο με το νούμερο 41, γκρίζο και πνιγμένο από μνήμες. Οι μνήμες ήταν κόρες με πολύχρωμα ρούχα. Από ένα ανοιχτό παράθυρο με ξεφλουδισμένα τα χρώματα τον άκουσε να παίζει πιάνο, ήταν η σονάτα, η σονάτα λυπημένη και διεγερμένη από την έκσταση ενός άγνωστου πένθους. Έπαιζε πολύ όμορφα. Τα κεραμίδια έσταζαν μια γλυκόπικρη αισθαντικότητα και τα περιστέρια φλέρταραν ασίγαστα. Πάτησε το κουμπί του κουδουνιού και η καρδιά της άρχιζε να βηματίζει νευρικά πίσω από το στήθος της. Τον είχε βρει μια φορά σε ένα μπαράκι, από τα λίγα στην πόλη που έπαιζαν θανατηφόρα τζαζ. Μόνο μια φορά είχαν βρεθεί, είχαν μυρίσει ο ένας τον άλλο, είχαν ακουμπήσει ελαφρά τους ώμους τους, είχαν κοιτάξει τα μάτια τους, είχαν αρχίσει να φαντάζονται το ανάγλυφο του έρωτα. Αλλά η έντονη επιθυμία ζητά σκληρά το αντίτιμο της για να αφεθεί. Μικροί φόβοι τους κύκλωσαν καθώς διαπίστωναν πόσο πολύ ίδια είχαν παίξει με την ζωή και τον έρωτα. Τους έρωτες.... Τυφλά ραντεβού χωρίς στύση , χωρίς τέλος και αρχή, τυφλά ραντεβού με λάβα που εξαντλείται εύκολα. Στις τουαλέτες στα όρθια, στα υπόγεια των καταγωγίων που σύχναζαν κι οι δυο χωρίς να ξέρουν, στα καφέ με την πικρή σοκολάτα, στο ποτό με την φλούδα από λεμόνι, στον κινηματογράφο με την ανάσα του διπλανού να βρωμάει όξινα και να χαλάει την μαγεία, όλα τα είχαν κάνει. Η επιθυμία άρχισε να βγάζει από το αόρατο καπέλο της τους φόβους και τα όχι και τα αν και τα γιατί, κι αν όμως; Κι αν ναι τότε πως θα ; Και όλα αυτά τα λάφυρα της απραξίας και της ατολμίας. Πέρασαν έξι μήνες όταν της έστειλε μήνυμα. Το διάβασε με τρεμάμενα δάχτυλα. Θα πήγαινε να τον συναντήσει, ναι, θα πήγαινε, χωρίς άρμα, χωρίς φόβο, χωρίς χρειάζεται, χωρίς κρυφά οπλοστάσια. Της άνοιξε από επάνω αγγίζοντας κι αυτός ένα κουμπί. Η σονάτα Τα μάτια του ήταν από μέλι και το χαμόγελο του επίσης. Είχε ένα παιδικό μειδίαμα στις άκρες των χειλιών του. Η Έλλη έλαμπε ολόκληρη που τον έβλεπε. Κι αυτός μαλάκωσε λίγο την έκφραση στο πρόσωπο του. Πλησίασαν ο ένας τον άλλο. Αγκαλιάστηκαν. (ξέρεις εγώ)...άρχισε να του λέει. Αυτός της άγγιξε τα χείλη κάνοντας ένα παραταεταμένο ςςςςςςςςςςςςς, (μην λες τίποτε)... Φιλήθηκαν. Οι γλώσσες έκαιγαν καθώς έκαναν απαλούς κύκλους μέσα στο στόμα. Οι γλώσσες, ήταν πουλιά εκπαιδευμένα να μεταφέρουν μηνύματα. Τα μηνύματα έμπαιναν στο σώμα τους και γλύκαιναν την οργή τους, απάλυναν την λύπη για όλα, κρυπτογραφούσαν κωδικούς για ερμηνεία, άρχιζαν να μπαίνουν στις αρτηρίες και να μετακινούν έντονα το αίμα. Τα φιλιά ήταν αψέντι, το αψέντι έσπρωχνε τις κόρες της ηδονής να μετακινηθούν από την λήθη. Τα σώματα ταίριαζαν. Γδύθηκαν. Αγγίγματα από μετάξι και πυρωμένο σίδερο. Το αψέντι βολόδερνε λυσσασμένο. Τα στήθια της τον κοίταζαν σαν μάτια χυμένης βελουδένιας σάρκας. Τα φίλησε. Τα έγλειψε. Τα όπλισε. Κι αυτά άρχισαν να πυροβολούν. Έκαναν την Έλλη να βογκάει σαν γάτα. Κι αυτόν να ανασαίνει σαν να πέθαινε. Ο χρόνος εξαντλήθηκε, δεν υπήρχε, έσκασε σε ένα πυροτέχνημα. Υπήρχε η αφή, η γεύση, η οσμή, η όραση, η ακοή. Εμβοές ηδονικά χαιρέτησαν το σύμπαν, το σύμπαν ήταν ελεύθερο να τους δεχτεί. Καθώς μπήκε μέσα της βογκώντας, ψέλλισε, (ποια είσαι; Τι είσαι;) (ότι κι εσύ), μουρμούρισε αυτή και έπιασε ξανά τον ερωτικό θρήνο της γυναίκας που δίνεται ολότελα στον εραστή της... Την χτυπούσε με το παλλόμενο όργανο του και φανταζόταν να μπαίνει με αυτό στα μάτια της που τον ικέτευαν να μην σταματήσει, ήθελε να τα κάνει να χυθούν, τέτοια ήταν η ερωτική μανία του, κι αυτή ήθελε να κόψει το σώμα του στα δυο καθώς τον έσπρωχνε με τις πατούσες της γύρω από την μέση του. Δάγκωναν με την λύσσα ενός κτήνους ερχόμενου από την θάλασσα, ο ένας τον άλλο. Μέδουσες ρουφούσαν γλυκά το μεδούλι από τα οστά τους, γλυκές ανυπόφορες μέδουσες... Μυρμηγκιάσματα και τρέμουλο ερχόμενο από το μυστικότερο πέρασμα. Τα σώματα ταίριαζαν.. Αλλά ταίριαζαν και οι επιθυμίες τους. Η ηδονή ασυγκράτητη έφτασε στο ταβάνι. Στιλέτο και μετάξι. Αίμα. Λάβα και οπιούχα απόληξη. Χύθηκαν ο ένας μέσα στον άλλο. Η τελευταία μικρή ηδονή χάθηκε στην αγκαλιά τους. Και ξαναξύπνησε η οδύνη του θανάτου. Γι αυτό άρχισαν ξανά να γεύονται τον ίλιγγο του έρωτα. Του πιο βρόμικου και πιο καθαρού ένστικτου της ζωής. Της λύτρωσης και της γύμνιας. Μόνο, που εδώ, δεν συνοδευόταν από αυταπάτες... Κάπου σε μια άλλη χρονοδιάσταση είχαν πατήσει κάτω από αυτό το σπίτι ο Καρούζος και ο Καραγάτσης.. Το σπίτι το ήξερε γιατί είχε μνήμες, οι μνήμες ήταν κόρες με πολύχρωμα ρούχα... Το νούμερο 41 με το πιάνο και την σονάτα που έπαιζε αυτός που αρεσκόταν να μαζεύει τα μαλλιά του πίσω με ένα μικρό λαστιχάκι. Τα πιο απαλά μαλλιά που είχε χαιδέψει η Έλλη. Και το πιο βελούδινο δέρμα που είχε αγγίξει αυτός σε γυναίκα..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου